Στο προσκήνιο της επικαιρότητας ήρθε τις τελευταίες ημέρες το ιστορικό Κτήμα Σπυρόπουλος στη Μαντινεία, μετά την ολοκλήρωση πλειστηριασμού για ένα από τα δύο οινοποιεία του στη Μαντινεία, το οποίο κατακυρώθηκε σε νέο ιδιοκτήτη με μόλις 1 ευρώ πάνω από την τιμή πρώτης προσφοράς. Πλειοδότρια σύμφωνα με πληροφορίες του powergame.gr είναι η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων Sunrise II. Στις 4 Μαρτίου είναι προγραμματισμένος νέος πλειστηριασμός για το δεύτερο οινοποιείο του Κτήματος στη Νεμέα με τιμή πρώτης προσφοράς 1.139.653. Για τις εξελίξεις στην εταιρεία ήρθαμε σε επικοινωνία τόσο με την διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας, Ντίνα Σπυροπούλου, η οποία δεν θέλησε να τοποθετηθεί επί του παρόντος, όσο και με τον μέτοχο του 25%, Απόστολο Σπυρόπουλο, ο οποίος σε πρόσφατη ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα μετά τον πρώτο πλειστηριασμό, άφηνε σαφείς αιχμές για τα πεπραγμένα της σημερινής διοίκησης. Ο κύριος Σπυρόπουλος, προαναγγέλλει ότι μέσω της προσφυγής στη Δικαιοσύνη θα ζητήσει τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου «για να δικαιολογηθούν τα υπέρογκα έξοδα διάθεσης που εμφάνισε η εταιρεία τα τελευταία χρόνια».
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο ένα μεμονωμένο επιχειρηματικό γεγονός. Αντανακλά, σύμφωνα με γνώστες της αγοράς, τη βαθιά κατακερματισμένη δομή του ελληνικού οινικού κλάδου, όπου λειτουργούν περίπου 1.600 οινοποιεία ανά την Επικράτεια, με ελάχιστα από αυτά να είναι βιώσιμα σε βάθος χρόνου. Ήδη από προηγούμενα χρόνια, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων είχαν επισημάνει τις οικονομικές δυσκολίες δεκάδων οινοποιείων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλεγόταν και το Κτήμα Σπυρόπουλου. Σχετικά, η Intrum είχε συντάξει λίστα με τα προβληματικά οινοποιεία, των οποίων διακυβεύονταν η συνέχιση της λειτουργίας τους.
Οι ιστορικές ρίζες του Κτήματος
Το κτήμα ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 από τους Νώντα, Ροβέρτο και Γιάννη Σπυρόπουλο. Ανάμεσα στους βασικούς μετόχους υπήρξε ο αείμνηστος Ροβέρτος Σπυρόπουλος, ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και πρώην διευθυντής του κόμματος.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στα Παραπολιτικά 90.1 και την εκπομπή «Αερολογίες» ο Απόστολος Σπυρόπουλος περιέγραψε τη στενή του σχέση με το οινοποιείο από παιδική του ηλικία. «Μεγαλώσαμε μαζί με το κτήμα. Από μικρό παιδί ήμουν στα θεμέλια, βοηθούσα στο χτίσιμο, δούλευα στην εμφιάλωση, στη συσκευασία, παντού», σημείωσε μεταξύ άλλων.
Όπως ανέφερε, από το 2001 συμμετείχε ενεργά στη διοίκηση της εταιρείας, υπηρετώντας επί 19 χρόνια σε θέσεις ευθύνης, από τη διεύθυνση εξαγωγών έως την ανάπτυξη. Την ίδια χρονιά, με τη συμπλήρωση της ενηλικίωσής του απέκτησε το πρώτο μέρος των μετοχών του πατέρα του (12,5%), φτάνοντας σταδιακά στο 25% μετά το θάνατο του πατέρα του, Ροβέρτου Σπυρόπουλου, το 2019.
Μετοχική σύνθεση και εντάσεις
Σήμερα, το μετοχικό κεφάλαιο του κτήματος κατανέμεται ισομερώς μεταξύ τεσσάρων μετόχων, με ποσοστό 25% έκαστη. Σε αυτό συμμετέχουν η οικογένεια του Ροβέρτου Σπυρόπουλου δια του Απόστολου Σπυρόπουλου, η οικογένεια του Νώντα Σπυρόπουλου, η οποία εκπροσωπείται διοικητικά από την κόρη του, Ντίνα Σπυροπούλου, διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας. Με αντίστοιχο ποσοστό συμμετέχουν επίσης η οικογένεια του Γιάννη Σπυρόπουλου και η οικογένεια του εκλιπόντος Απόστολου Σπυρόπουλου, γιου του Νώντα Σπυρόπουλου.
Σύμφωνα με τον Απόστολο Σπυρόπουλο, οι σχέσεις μεταξύ των μετόχων άρχισαν να επιδεινώνονται τα τελευταία χρόνια, με διαφωνίες για τη στρατηγική και τη διαχείριση των οικονομικών.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο ίδιος και σε πολεοδομικές εκκρεμότητες. Ο Απόστολος Σπυρόπουλος μιλάει για αυθαίρετες κατασκευές εντός του κτήματος. Όπως τονίζει ωστόσο, τα ζητήματα αυτά πλέον θα κληθεί να τα αντιμετωπίσει ο νέος ιδιοκτήτης, μετά τον πλειστηριασμό.
Συν τοις άλλοις, σημαντικές οικονομικές πιέσεις αποτυπώνουν οι τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας «Αγροτοβιομηχανική Οινοποιητική Αρκαδίας-Αρκάς», στην οποία υπάγεται το ιστορικό Κτήμα Σπυρόπουλου στη Μαντινεία, επιβεβαιώνοντας ότι ο πρόσφατος πλειστηριασμός δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά αποτέλεσμα μακροχρόνιας οικονομικής επιβάρυνσης.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της χρήσης 2024, η εταιρεία παρέμεινε ζημιογόνος για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, παρά τη σχετική βελτίωση σε επιμέρους λειτουργικά μεγέθη. Ο κύκλος εργασιών το 2024 διαμορφώθηκε στα 811.200 ευρώ, καταγράφοντας πτώση σε σχέση με το 2023, όταν είχε ανέλθει στα 884.444 ευρώ. Παρά τη μείωση των πωλήσεων, το κόστος παραγωγής περιορίστηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα το μεικτό αποτέλεσμα να αυξηθεί στα 309.957 ευρώ, από 191.934 ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Βασικό πρόβλημα ωστόσο αποτελεί η δομή των λειτουργικών εξόδων. Τα έξοδα διάθεσης ανήλθαν το 2024 σε 306.984 ευρώ, απορροφώντας μεγάλο μέρος του μεικτού κέρδους, ενώ τα διοικητικά έξοδα έφτασαν τις 83.904 ευρώ. Παράλληλα, καταγράφηκαν ζημίες και λοιπά έξοδα ύψους 41.151 ευρώ, περιορίζοντας περαιτέρω τα λειτουργικά περιθώρια.
Ως αποτέλεσμα, τα αποτελέσματα προ τόκων και φόρων (EBIT) διαμορφώθηκαν σε ζημίες 105.629 ευρώ, έναντι ζημιών 29.588 ευρώ το 2023, γεγονός που δείχνει επιδείνωση σε λειτουργικό επίπεδο.
Βαρίδι οι τραπεζικές υποχρεώσεις
Η εικόνα επιβαρύνεται από τον υψηλό δανεισμό. Οι χρηματοοικονομικές δαπάνες ανήλθαν σε 32.564 ευρώ το 2024, ενώ το 2023 είχαν φτάσει τις 142.472 ευρώ. Ο συνολικός δανεισμός της εταιρείας στο τέλος του 2024 ήταν 3,43 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι συσσωρευμένες ζημίες ανήλθαν στα 2,33 εκατομμύρια ευρώ.
Παρότι καταγράφεται μείωση των τόκων, το συνολικό αποτέλεσμα προ φόρων παρέμεινε αρνητικό, με ζημίες 138.194 ευρώ, έναντι 172.060 ευρώ την προηγούμενη χρήση. Οι καθαρές ζημίες μετά φόρων διαμορφώθηκαν στο ίδιο επίπεδο, καθώς δεν προέκυψαν φορολογικές υποχρεώσεις.
«Δεν πήρα ούτε 1 ευρώ-Διαφώνησα και έφυγα»
Ο Απόστολος Σπυρόπουλος υποστηρίζει ότι υπηρέτησε την εταιρεία επί 19 χρόνια, χωρίς να είναι μισθωτός και χωρίς να έχει εισπράξει χρήματα την τελευταία εικοσαετία. Σημείο καμπής, όπως λέει, ήταν η απόφαση της τότε διοίκησης να τοποθετηθεί στη θέση της διευθύνουσας συμβούλου η ξαδέλφη του, Ντίνα Σπυροπούλου, επιλογή με την οποία διαφώνησε ανοιχτά.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο ίδιος αναφέρει πως είχε ζητήσει ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης με «δύο υπογραφές» για δεσμευτικές αποφάσεις, την εμπλοκή εξωτερικού manager και αξιοποίηση στελεχών της οικογένειας με εξειδίκευση (οικονομική και εμπορική).
Όπως ισχυρίζεται, τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν και η επιχείρηση οδηγήθηκε σε μοντέλο «μονοπρόσωπης» διοίκησης. «Διαφώνησα και έφυγα», σημειώνει, προσδιορίζοντας ως ημερομηνία αποχώρησης την 23η Ιουνίου 2020.
Τα «έξοδα διάθεσης» στο επίκεντρο: από 84.000 σε πάνω από 300.000 ευρώ
Στον πυρήνα των καταγγελιών του βρίσκεται η εκτόξευση των εξόδων διάθεσης/προώθησης, τα οποία-όπως υποστηρίζει-από 84.359 ευρώ όταν αποχώρησε, αυξήθηκαν απότομα την επόμενη χρονιά σε 220.000 ευρώ και στη συνέχεια κινήθηκαν σταθερά γύρω από τα 300.000-330.000 ευρώ έως το 2024.
Ο ίδιος επικαλείται τους δημοσιευμένους ισολογισμούς, τονίζοντας ότι πρόκειται για στοιχεία που «μπορεί να τα βρει όποιος θέλει», καθώς η ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται σε δημοσίευση οικονομικών καταστάσεων.