Οι Έλληνες στρέφονται και στο εξωτερικό για εξαγορές εταιρειών τροφίμων και ποτών, ενώ είναι ένας από τους κλάδους με προοπτικές στο μέλλον, μαζί με αυτόν των τραπεζών και της ενέργειας, όπως ανέφεραν στο περιθώριο εκδήλωσης για τη δραστηριότητα των εξαγορών στην Ελλάδα στελέχη της PwC. Δεδομένου ότι εμφανίζεται προοπτική συγκέντρωσης στον κατακερματισμένο κλάδο τροφίμων και ποτών, λαμβάνουν χώρα αρκετές συζητήσεις από private equity funds και από ξένους που αναζητούν ευκαιρίες στην Ελλάδα. Ο συγκεκριμένος κλάδος τα επόμενα χρόνια θα παρουσιάζει αρκετά έντονη δραστηριότητα και θα αυξάνεται η αξία των συναλλαγών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναμενόμενη πώληση του ποσοστού της CVC CapitalPartners στη Skroutz, όπου κατά πληροφορίες αναμένεται να φέρει υψηλές αποδόσεις για το fund κατά την έξοδό του από την εν λόγω επιχείρηση. Oι τρεις ιδρυτές της Skroutz έχουν δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση του ποσοστού που κατέχει το fund, και μένει να φανεί εάν θα το ασκήσουν, διευρύνοντας το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία. Θυμίζουμε ότι οι τρεις ιδρυτές της Skroutz -Γ. Χατζηγεωργίου, B. Δήμος και Γ. Αυγουστίδης- διατηρούν ποσοστό 50,1%. Από την πλευρά της η CVC διαθέτει ισχυρό ποσοστό μειοψηφίας, το οποίο υπερβαίνει το 40%. Η CVC εισήλθε επενδυτικά στη Skroutz το 2020, κάτι που σημαίνει ότι έχει συμπληρώσει το χρονικό διάστημα παρουσίας της στην εταιρεία και σύντομα αναμένεται η αποεπένδυση, με πηγές της αγοράς να προαναγγέλλουν υψηλές αποτιμήσεις.
Στον κλάδο τροφίμων και ποτών, θυμίζουμε ότι η CVC επιδιώκει κατά προτεραιότητα την αποεπένδυση από τη γαλακτοβιομηχανία Δέλτα, έχοντας επενδύσει από το 2020 στην εξαγορά του ομίλου Vivartia, στον οποίο υπάγεται και η εν λόγω επιχείρηση – ενώ και η Μινέρβα, στην οποία διατηρούν συμμετοχή τα funds Diorama I, Elikonos και EOS Capital Partners. Στο κάδρο αποεπένδυσης βρίσκεται και η εταιρεία έτοιμης κομμένης σαλάτας Eurocatering (Φρεσκούλης), στην οποία διατηρεί ποσοστό το Latsco Family Office με ποσοστό 30%, η EOS Capital Partners με 19% και ο ιδρυτής της εταιρείας, Μάκης Μαυρόπουλος, με 51%. Εν προκειμένω, υφίσταται option πώλησης της εταιρείας το 2027.
Όσον αφορά τα τρόφιμα και ποτά, συγκαταλέγονται στους κορυφαίους κλάδους συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν το 2025, με 19 συναλλαγές αξίας 0,8 δισεκατομμυρίων ευρώ. Άλλοι κλάδοι με σημαντικό ύψος συναλλαγών και περαιτέρω προοπτικές στο μέλλον ήταν εκείνοι των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών με 3 δισεκατομμύρια, ευρώ όπου περιλαμβάνονταν και μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ασφάλειες, ενώ τηλεπικοινωνίες, ΜΜΕ και τεχνολογία είχαν 43 συναλλαγές με αξία 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ο ρόλος των private equities
Καθοριστικός είναι ο ρόλος σε επενδύσεις στον κλάδο τροφίμων και ποτών από εταιρείες διαχείρισης ιδιωτικών κεφαλαίων. Συνολικά, πραγματοποιήθηκαν 35 private equity συναλλαγές το 2025 απ’ όλους τους κλάδους. Αυτήν τη στιγμή από 20 που ήταν οι επενδύσεις ιδιωτικών κεφαλαίων πριν από μερικά χρόνια, έχουν ανέλθει σε περίπου 240 σήμερα. Μελλοντικά αναμένεται ότι θα αυξηθεί το μέσο ύψος των επενδύσεων, όπου από το όριο των 50 εκατομμυρίων ευρώ, αναμένεται μελλοντικά ότι θα μετατοπιστεί στα 150 εκατ. ευρώ. Μάλιστα, η επενδυτική διάθεση θα αρχίσει σταδιακά να κινείται εντονότερα προς τα τρόφιμα και ποτά και τη λιανική τα επόμενα χρόνια.
Εκτός των άλλων, σύμφωνα και πάλι με τα στελέχη της PwC, ενώ τα συγκεκριμένα private equity funds κοίταζαν κατά το παρελθόν κυρίως προβληματικές εταιρείες (distressed), έχοντας πλέον εισέλθει πολλά από αυτά σε δεύτερο επενδυτικό κύκλο, αναζητούν επενδύσεις με αναπτυξιακή προοπτική. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι, άλλωστε, το παράδειγμα της Φάρμας Κουκάκη, στην οποία απέκτησε πρόσφατα την πλειοψηφία η EOS Capital Partners με επικεφαλής τον Απόστολο Ταμβακάκη και τον Γιάννη Παπαδόπουλο.
Στελέχη της PwC ανέφεραν μεταξύ άλλων ότι όσο ενισχύεται το ΑΕΠ της Ελλάδας, δημιουργούνται προϋποθέσεις που μπορούν να τραβήξουν το ενδιαφέρον στρατηγικών επενδυτών από το εξωτερικό στους κλάδους τροφίμων-ποτών και λιανικής.
Η χρονιά-ρεκόρ για την Ελλάδα
Την ίδια στιγμή, χρονιά-ρεκόρ για εξαγορές και συγχωνεύσεις στην Ελλάδα αποτέλεσε το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ετήσιας έρευνας που πραγματοποίησε η PwC. Η πορεία της ελληνικής οικονομίας είναι δυναμική, με διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, και κινείται στα επίπεδα του 2,1% ενώ οι ελληνικές τράπεζες μείωσαν τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια σε ποσοστό 3,6%, σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά ποσοστά. Σε ό,τι αφορά τις εκταμιεύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ανήλθαν στα 23,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις αυξήθηκαν, με τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Παγίου Κεφαλαίου να εκτιμάται ότι έφτασε τα 36,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι προβλέψεις για το 2026 είναι θετικές, με αναμενόμενη ανάπτυξη της οικονομίας κατά 2,2%.
Τα συνολικά κεφάλαια που προσέλκυσαν οι ελληνικές επιχειρήσεις το 2025 ανήλθαν στα 28 δισεκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας νέο ιστορικό ρεκόρ και άνοδο 7,3 δισεκατομμυρίων ευρώ σε σχέση με το 2024. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά 181 συναλλαγές, συνολικής αξίας 23,8 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων οι 156 αφορούσαν απόκτηση ποσοστών άνω του 33%. Ταυτόχρονα, πραγματοποιήθηκαν 25 συναλλαγές μειοψηφικών πακέτων συνολικής αξίας 10,7 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ο μεγαλύτερος όγκος επενδύσεων σε «πακέτα» χαμηλής αξίας
Παρά το γεγονός ότι στις πολύ μεγάλες συναλλαγές υπήρξε σχετική σταθερότητα την περσινή χρονιά, οι περισσότερες συναλλαγές υλοποιήθηκαν σε «πακέτα» μικρής αξίας. Κάτι που συμβαίνει διότι υφίστανται πολλοί επενδυτές στην Ελλάδα, οι οποίοι μπορούν να πραγματοποιήσουν συναλλαγές έως ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Παράλληλα, παρατηρήθηκε συγκέντρωση σε συγκεκριμένους κλάδους. Συγκεκριμένα, 44 συναλλαγές ήταν από 0 έως 10 εκατ. ευρώ και 105 συναλλαγές από 15 έως 50 εκατ. ευρώ.
Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση είναι στην ψυχαγωγία με 49,1% λόγω των συμφωνιών Allwyn-ΟΠΑΠ και Ballys-Intralot. Από το 2021 και μετά παρατηρείται σταθερή παρουσία συναλλαγών άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ (megadeal), οι οποίες αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο το 30% της συνολικής αξίας της τελευταίας πενταετίας 2021-2025, ενώ τα προηγούμενα χρόνια η εμφάνισή τους ήταν σποραδική. Οι μεγαλύτερες συναλλαγές ήταν αυτή των ΟΠΑΠ-Allwyn με αξία 9 δισ. ευρώ, η συμφωνία Ballys-Intralot με 2,75 δισ. η συμφωνία Ελληνικής Τράπεζας-Eurobank με αξία 880,4 εκατ. ευρώ και η πώληση της HellenicHealthcare Group (το 60%) έναντι 800 εκατ. ευρώ. Το 2025 η μέση αξία συναλλαγής ήταν 230 εκατ. ευρώ, έναντι 165 εκατ. ευρώ το 2024.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το 2025 παρουσιάστηκε ρεκόρ των τομέα των Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών, όπου πλέον οι τράπεζες δημιουργούν ένα νέο αφήγημα, όπως η Credia με την HSBC στην AlphaBank, της Εθνικής Ασφαλιστικής με την Πειραιώς, της Ελληνικής Τράπεζας με τη Eurobank, καθώς και η εξαγορά της Astrobank από την Alpha Bank Κύπρου. Επιπλέον, 1 στις 2 συναλλαγές το 2025 αφορούσε ασφαλιστικές εταιρείες στη διάρκεια του 2025. Ο ασφαλιστικός κλάδος εμφανίζει ιδιαίτερη δυναμική, προσελκύοντας το ενδιαφέρον όχι μόνο των ασφαλιστικών εταιρειών, αλλά και των τραπεζών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός της προσέγγισης της Allianz από την Εθνική Τράπεζα.
Συν τοις άλλοις, διαρκώς αυξανόμενο είναι το επενδυτικό ενδιαφέρον για τους κλάδους της Ενέργειας και των Ανανεώσιμων Πηγών. Εδώ, ωστόσο, αλλάζει η εστίαση του ενδιαφέροντος, καθώς τα φωτοβολταϊκά φαίνεται να περιορίζονται, καθ’ ότι ήδη έχουν γίνει πολλές κινήσεις. Το ενδιαφέρον στρέφεται κατά κύριο λόγο σε αιολικά πάρκα και μπαταρίες. Η τρίτη κατηγορία ενδιαφέροντος στον κλάδο ενέργειας εντοπίζεται στην εξωστρέφεια που παρουσιάζουν οι εγχώριοι παίκτες, αναζητώντας ευκαιρίες εκτός συνόρων, εξετάζοντας αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, όπως η Ρουμανία, η Πολωνία, η Ιταλία, η Κροατία, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Ουγγαρία. Συνολικά 9 GW από τα 17 GW, που είναι η συνολική εγκατεστημένη ισχύς, έχουν αλλάξει χέρια, γεγονός που δείχνει την κινητικότητα.