Συνδρομητική τηλεόραση: Η δυναμική αγορά των 400 εκατ. και τα σχέδια των τριών ισχυρών των media

Τρεις ελληνικοί όμιλοι συμπράττουν στο Ant1+ με στόχο την απόκτηση premium αθλητικού περιεχομένου και την αντιμετώπιση των διεθνών πλατφορμών

Πλατφόρμες streaming ©Pixbay

Στη αγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης εισέρχονται τα μεγάλα ονόματα media της χώρας. H συμφωνία που ανακοινώθηκε προχθές και αφορά στην πλατφόρμα Ant1+, θα συμμετέχουν με ίσα μερίδια, μαζί με τον ιδρυτή της εταιρείας Antenna Group, οι όμιλοι της Alter Ego Media και της Motor-Oil. Καθένας από τους τρεις μετόχους θα ελέγχει το 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου, με στόχο, όπως αναφέρουν στελέχη κοντά στη νέα αυτή συνεπένδυση, να δημιουργηθεί μια νέα, προηγμένη και διεθνώς ανταγωνιστική, ελληνική πλατφόρμα streaming περιεχομένου.

Το νέο αυτό εγχείρημα εδράζεται, σύμφωνα με πληροφορίες, σε δύο βασικούς άξονες: 

  • πρώτον, ότι οι βασικές δραστηριότητες της επίγειας τηλεόρασης έχουν ωριμάσει απότομα, ειδικά μετά την έλευση του διαδικτύου που προσφέρει άφθονο και δωρεάν οπτικοακουστικό περιεχόμενο, και
  • δεύτερον ότι θ’ απαιτηθεί ένας νέος πυλώνας στην αγορά που θα καλύψει το χώρο που αφήνουν οι υφιστάμενοι παίκτες συνδρομητικής τηλεόρασης.

Αναφορικά με το πρώτο, είναι δεδομένο ότι τα περισσότερα μεγάλα ελληνικά κανάλια τα τελευταία χρόνια έχουν μεγάλες ζημίες. Το κόστος λειτουργίας είναι πολύ υψηλό για μια αγορά όπως η Ελληνική που έχει μικρό βάθος στη ζήτηση και μεγάλη προσφορά. Το 2024 σχεδόν το σύνολο των εθνικών επίγειων καναλιών εμφάνισε ζημίες, εκτός της ΕΡΤ η οποία έχει πλεόνασμα, λόγω της μεγάλης επιδότησης του προϋπολογισμού της από τον ελληνικό λαό. Χωρίς την επιδότηση, η ΕΡΤ είναι η πλέον ζημιογόνος με όρους εσόδων και κερδών επιχείρηση.

Στροφή προς συνδρομητικές υπηρεσίες

Με αυτά τα δεδομένα, η μετακίνηση των μεγάλων ομίλων στην παροχή εξειδικευμένου και στοχευμένου περιεχομένου θεωρείται «εκ των ων ουκ ανευ», όπως π.χ. είναι η παροχή υπηρεσιών συνδρομητικού περιεχομένου. Σε αυτό το πλαίσιο, αν προστεθούν και οι αλλαγές στην εγχώρια αγορά συνδρομητικής τηλεόρασης, τότε δεν είναι τυχαίες οι κινήσεις που γίνονται το τελευταίο διάστημα στην επιχειρηματική σκηνή των media.

Καταλύτες προς τη κατεύθυνση αυτή είναι, αφενός μεν η περαιτέρω αφομοίωση του ομίλου ΟΤΕ στην στρατηγική της Deutsche Telekom, αφετέρου δε η δεδηλωμένη πρόθεση της BC Parnters ν’ αποεπενδύσει από την Nova. Αναφορικά με την «γερμανοποίηση» του ΟΤΕ, αυτή προχωρά συστηματικά και δεν θ’ αργήσει η εποχή που θα εξαλειφθούν τα brand names ΟΤΕ και Cosmote. Στο πλαίσιο αυτό, η Cosmote δεν θα χαράσσει στρατηγική σε θέματα περιεχομένου, αλλά θα καθοδηγείται κεντρικά από την Βόννη, όπως συμβαίνει σε κάθε άλλη σημαντική προμήθεια (εξοπισμού, υπηρεσιών κ.λπ.).

Έτσι πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η εταιρεία θ’ αποεπενδύσει από τα ακριβά προϊόντα περιεχομένου που έχει αποκτήσει η ίδια όπως π.χ. τα δικαιώματα μετάδοσης ομάδων της Superleague, του Champions League κ.ο.κ. Η εταιρεία θα περιοριστεί στα προϊόντα που θ’ αγοράζονται κεντρικά από την μητρική εταιρεία.

Το ίδιο εκτιμάται ότι θα πράξει και η Nova, η οποία ούτως η άλλως βρίσκεται σε διαδικασία πώλησης, όπως επίσης το σύνολο του ομίλου United Group στο οποίο ανήκει.

Όλες οι αλλαγές αυτές, τώρα προσφέρουν ευκαιρίες στη σύμπραξη των τριών ομίλων media, Alter Ego, Antenna Group και Motor-Oil. Πολλοί θεωρούν ότι ο νέος όμιλος θ’ αδράξει την ευκαιρία μέσα στην χρονιά, να «χτυπήσει» το premium αθλητικό περιεχόμενο που σήμερα προσφέρουν στη χώρα οι δύο συνδρομητικές πλατφόρμες. Επίσης πολλοί είναι εκείνοι που δεν αποκλείουν ο νέος όμιλος media που τώρα αναπτύσσεται να διεκδικήσει τις δραστηριότητες της συνδρομητικής τηλεόρασης της Nova.

Πρώτος στόχος το premium αθλητικό περιεχόμενο

Σύμφωνα με τα στελέχη των τριών ομίλων που συνεπενδύουν στην πλατφόρμα Ant1+, βασικός στόχος τους είναι η δημιουργία ενός φορέα με ισχυρή ανάπτυξη. Βασικό εργαλείο θα είναι το premium αθλητικό περιεχόμενο, όπως π.χ. αυτό που διαθέτει σήμερα η πλατφόρμα και το οποίο αφορά στα δικαιώματα μετάδοσης των αγώνων αυτοκινήτου Formula 1 (F1). Πολλοί θεωρούν ότι η νέα εταιρεία θα διεκδικήσει τα δικαιώματα μετάδοσης και άλλων αθλητικών διοργανώσεων (πρωταθλήματα ποδοσφαίρου, μπάσκετ, αγώνες στίβου κ.λπ.).

Ο δεύτερος στόχος είναι ν’ αντιμετωπιστεί η εισβολή των διεθνών πλατφορμών περιεχομένου στη χώρα μας όπως είναι το Netflix, το Disney+, το HBO Max κ.λπ. Οι πλατφόρμες αυτές «κλέβουν» τηλεθέαση από τα παραδοσιακά media της χώρας, όπως επίσης και έσοδα. «Στόχος», όπως αναφέρεται, «είναι η δημιουργία μιας τεχνολογικά προηγμένης πρότασης που θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες του ελληνικού κοινού και της ομογένειας».

Η αγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης στη χώρα μας εκτιμάται σε 300-400 εκατ. ευρώ και είναι πλέον συγκρίσιμη (αν όχι μεγαλύτερη) από εκείνη της επίγειας τηλεόρασης. Εδώ δεν υπάρχει ο μεγάλος κατακερματισμός που υπάρχει στην επίγεια τηλεόραση, αλλά υπάρχει η μεγάλη απειλή (λόγω της τεχνολογίας streaming μέσω internet) από το εξωτερικό.

Είναι δε σίγουρο ότι οι τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές της χώρας, απέχουν πολύ από εκείνες του Χόλυγουντ, αλλά και άλλων χωρών που έχουν παράδοση σε οπτικοακουστικές παραγωγές (Μεγ. Βρετανία, Ιταλια κ.λπ.). Ωστόσο υπάρχει χώρος για μια μια-δύο πλατφόρμες μετάδοσης εγχώριου συνδρομητικού περιεχομένου. Και σε αυτό στοχεύει η σύμπραξη των τριών.

Πέρυσι οι πελάτες συνδρομητικής τηλεόρασης στην Ελλάδα εκτιμήθηκαν σε 3,0 εκατομμύρια. Εξ’ αυτών, το 50% ήταν πελάτες των εγχώριων πλατφορμών (Cosmote TV, Nova, Vodafone, Ant1+) και το υπόλοιπο 50% πελάτες των διεθνών πλατφορμών (Netflix, HBO Max κ.λπ.).

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι 3,0 εκατ. νοικοκυριά έχουν πρόσβαση σε τέτοιου είδους υπηρεσίες. Ο αριθμός των νοικοκυριών που λαμβάνουν τέτοιες υπηρεσίες, είναι σαφώς μικρότερος, καθώς ένα νοικοκυριό μπορεί να έχει δύο ή και περισσότερες συνδρομές σε διαφορετικές πλατφόρμες.

Κυρίαρχος παίκτης σήμερα στην αγορά είναι η Netflix με περίπου 975.000 πελάτες (Δεκ. 2025), ακολουθεί η Cosmote με περίπου 770.000 πελάτες (Δεκ. 2025), η Nova με περίπου 450.000 πελάτες, η Disney+ με 263.000 (Σεπτ. 2025). Δεν υπάρχουν στοιχεία για την HBO Max και τα στοιχεία της Amazon Prime Video είναι προγενέστερα (2023) και ως εκ τούτου δεν αναφέρονται.