Γιατί βγήκαν τα μαχαίρια στη βιομηχανία, κορυφή του παγόβουνου το ενεργειακό κόστος

Τα πραγματικά δεδομένα πίσω από την παραφιλολογία για τη μη υπογραφή της επιστολής 16 φορέων της βιομηχανίας από τη διοίκηση του ΣΕΒ

O πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος © ΣΕΒ

Αφορμή για να βγουν εκ νέου στην επιφάνεια παλαιές έχθρες και διαφωνίες στη βιομηχανία αποτελεί η ενεργειακή κρίση που απειλεί τη βιωσιμότητα όχι μόνο των ενεργοβόρων επιχειρήσεων. Το γεγονός πως η διοίκηση του ΣΕΒ υπό τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο δεν υπέγραψε την πρόσφατη επιστολή 16 φορέων της βιομηχανίας προς την κυβέρνηση με την οποία ζητούν άμεσα μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους προκάλεσε βροχή σεναρίων περί προσωπικών διαφωνιών, προσωπικών εξυπηρετήσεων και προσωπικής ατζέντας. Η παραφιλολογία κρύβει, όμως, τέσσερα πραγματικά δεδομένα.

Πρώτον, ισχυροί παράγοντες της βιομηχανίας θεωρούν πως υπάρχει μείζον θέμα εκπροσώπησης του κλάδου αφού ο ΣΕΒ είναι «και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα». Μεταξύ των μελών του περιλαμβάνονται τόσο καταναλωτές ενέργειας όπως οι βιομηχανίες, όσο και παραγωγοί ενέργειας με αποτέλεσμα να είναι δύσκολος ο συγκερασμός απόψεων.

Δεύτερον, όπως είπε και δημοσίως προ ημερών η πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) Λουκία Σαράντη, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για την ενέργεια, υπάρχουν βιομηχανίες που εξετάζουν να κλείσουν εργοστάσια ή να τα μεταφέρουν σε γειτονικές χώρες.

Τρίτον, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να κατανοεί την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων για τη βιομηχανία με τους μικρούς του κλάδου να υποστηρίζουν πως στο Μέγαρο Μαξίμου επικαλούνται την καλή πορεία που παρουσιάζουν κάποιοι ισχυροί βιομηχανικοί όμιλοι. Οι τελευταίοι κρύβουν τις δυσκολίες μικρότερων βιομηχανιών της περιφέρειας οι οποίες δεν διαθέτουν το λίπος των μεγάλων, εξηγούν.

Τέταρτο, η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και τα περιορισμένα κονδύλια που αναμένεται να διατεθούν στα επόμενα χρόνια από άλλα κοινοτικά εργαλεία οδηγούν εκ των πραγμάτων σε αναζήτηση νέων ισορροπιών και επιρροής μεταξύ των διαφόρων φορέων και προσώπων της βιομηχανίας. Τα πρώτα δείγματα βλέπουμε αυτές τις ημέρες με αφορμή το ενεργειακό κόστος.

Στελέχη της βιομηχανίας δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να δούμε μέσα στις επόμενες εβδομάδες μια νέα παρέμβαση για το ενεργειακό κόστος, αυτή τη φορά με την υπογραφή του κ. Σπύρου Θεοδωρόπουλου. Ο τελευταίος βλέπει τις τελευταίες ημέρες να βρίσκεται στο στόχαστρο τμήματος της αντιπολίτευσης στον ΣΕΒ η οποία τον κατηγορεί πως δεν υπέγραψε την κοινή επιστολή των 16 φορέων για λόγους προσωπικής τακτικής αν και είναι παραδοσιακός βιομήχανος. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ δεν φαίνεται να επιθυμεί να διαρραγούν οι σχέσεις με ισχυρούς συνδέσμους όπως ο ΣΒΕ αλλά και με περιφερειακούς φορείς όπως ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Στερεάς Ελλάδας (ΣΒΣΕ) που εκπροσωπεί μεγάλο τμήμα των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Μάλιστα, πρόσωπα που παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις τονίζουν πως οι σχέσεις του ΣΕΒ με τον ΣΒΕ (που είχαν βρεθεί στο κόκκινο στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας) έχουν εξομαλυνθεί τα τελευταία χρόνια, ειδικά επί προεδρίας Δημ. Παπαλεξόπουλου στον ΣΕΒ.

Τι ζητά η βιομηχανία για το ενεργειακό κόστος και τι δίνει η κυβέρνηση

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν έντονες διαβουλεύσεις για το αντικείμενο της νέας παρέμβασης για το ενεργειακό κόστος που  αφορά στην ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για την ενεργοβόρο βιομηχανία (CISAF), με στόχο να υπάρξουν ανακοινώσεις εντός του Οκτωβρίου. Στο βασικό του σχήμα, το CISAF  επιτρέπει μείωση έως 50% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρισμού, για έως 50% της ετήσιας κατανάλωσης της επιλέξιμης επιχείρησης (στη ουσία δηλαδή η επιδότηση της τιμής ανέρχεται σε 25%), με κατώφλι τα 50 ευρώ/MWh για την επιδοτούμενη ποσότητα. Η κρατική ενίσχυση μπορεί να διαρκεί έως τρία χρόνια και συνοδεύεται από υποχρέωση επανεπένδυσης σημαντικού μέρους της στήριξης σε δράσεις απανθρακοποίησης.

Πηγές που συμμετέχουν στις συζητήσεις  υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται στη στήριξη των βιομηχανιών (κατά κύριο λόγο μικρών και μεσαίων)  που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση για το έμμεσο κόστος CO2, o συντελεστής για την οποία ενισχύθηκε με ενέργειες της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την περίοδο 2026-2030. Το κόστος ενός τέτοιου μέτρου εκτιμάται από κύκλους της βιομηχανίας σε 45 εκατ. ευρώ ετησίως. Να σημειωθεί ότι δικαιούχοι της αντιστάθμισης είναι αυτή τη στιγμή μερικές δεκάδες μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες, ενώ το σύνολο των εταιρειών του κλάδου εκτιμάται σε  600-700.  Η βιομηχανία από την πλευρά της επιδιώκει να μπουν υπό την “ομπρέλα” του ελληνικού CISAF και οι εταιρείες που λαμβάνουν αντιστάθμιση, με το επιχείρημα ότι η αντιστάθμιση δεν συνιστά επιδότηση έναντι του υψηλού ενεργειακού κόστους, αλλά έναντι του κόστους των εκπομπών CO2 ώστε να μπορούν οι βιομηχανίες της ΕΕ να ανταγωνίζονται τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που δεν έχουν αυτή τη επιβάρυνση. Στην περίπτωση αυτή,  το κόστος της παρέμβασης θα διευρυνόταν. “Το αίτημα μας αφορά όλη τη βιομηχανία έντασης ενέργειας της χώρας. Δεν συμφωνούμε να μην στηριχτούν οι μεγάλες βιομηχανίες επειδή δήθεν παίρνουν αντιστάθμιση CO2, το οποίο αφορά μια επιδότηση που λαμβάνουμε από το 2013. Εξάλλου το  επικαιροποιημένο CISAF  προβλέπει τη σώρευση των δύο επιδοτήσεων δίνοντας μόνο το 50% της  προβλεπόμενης επιδότησης σε όσους παίρνουν αντιστάθμιση CO2. Το μήνυμά μας είναι ότι  η βιομηχανία της χώρας είναι ενωμένη”, δηλώνουν κύκλοι της βιομηχανίας.

Σε κάθε περίπτωση, όσοι υποστηρίζουν πως πρέπει να χαμηλώσουν οι τόνοι υπενθυμίζουν πως ο ΣΕΒ υπέγραψε σε δύο περιπτώσεις την τελευταία διετία κοινές παρεμβάσεις της βιομηχανίας για το κόστος της ενέργειας. Την πρώτη φορά το χειμώνα του 2024 – 25 όταν, μάλιστα, υπήρξαν και κυβερνητικές πρωτοβουλίες για μείωση του ενεργειακού κόστους μετά από κοινή επιστολή και για δεύτερη φορά τον Ιούνιο του 2025 όταν υπήρξε νέα πρωτοβουλία προς την κυβέρνηση υπό την ΕΒΙΚΕΝ (το φορέα εκπροσώπησης των ενεργοβόρων βιομηχανιών). Τότε ο ΣΕΒ, ο ΣΒΕ και περιφερειακοί σύνδεσμοι βιομηχανιών είχαν βρεθεί στην ίδια πλευρά.

Μέλη του ΣΒΕ, που διοικούν περιφερειακές βιομηχανίες, δεν δείχνουν, όμως, την ίδια καλή διάθεση αφού θεωρούν πως ο ΣΕΒ «αδυνατεί να αφουγκραστεί τα προβλήματα των επιχειρήσεων που βρίσκονται εκτός Αθηνών». Επιπλέον δεν ασκεί αρκετή πίεση στην κυβέρνηση την ίδια στιγμή που βλέπει να ολοκληρώνονται (να λήγουν οι προθεσμίες) κοινοτικές δράσεις στήριξης της βιομηχανίας χωρίς η Ελλάδα να τις αξιοποιήσει.