Το στοίχημα της εγχώριας βιομηχανίας να εξασφαλίσει ανταγωνιστικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας μέσω «πράσινων» διμερών συμβάσεων (PPAs) με παραγωγούς ΑΠΕ φαίνεται πως προσκρούει πλέον σε δύο διαφορετικά εμπόδια. Το ένα πρόσκομμα είναι οι καθυστερήσεις υλοποίησης των έργων που θα εξυπηρετήσουν τις συμβάσεις, ενώ «αγκάθι» αποτελεί και η μεταβολή των συνθηκών στην αγορά ηλεκτρισμού, η οποία περιορίζει μέρος του αρχικού οικονομικού οφέλους.
Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αργή αδειοδοτική ωρίμανση σημαντικού αριθμού έργων ΑΠΕ που έχουν ενταχθεί στο ειδικό πλαίσιο προτεραιοποίησης για την ηλεκτροδότηση ενεργοβόρων βιομηχανιών. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, υπάρχουν έργα τα οποία μόλις τον περασμένο Μάιο κατάφεραν να εξασφαλίσουν το σύνολο των απαιτούμενων εγκρίσεων, ώστε να προχωρήσουν στην οριστικοποίηση παραγγελιών εξοπλισμού και στην έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών.
Οι καθυστερήσεις, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, δεν αφορούν μεμονωμένες περιπτώσεις. Αντίθετα, εκτιμάται ότι σε φάση υστέρησης βρίσκεται ένα σημαντικό τμήμα του χαρτοφυλακίου των έργων που έχουν «κλειδώσει» πρόσβαση στο ηλεκτρικό σύστημα μέσω των πράσινων PPAs με βιομηχανικούς καταναλωτές. Το χαρτοφυλάκιο αυτό μπορεί να ξεπερνά ακόμη και τα 1,5 GW, από τη συνολική ισχύ περίπου 2.360 MW που εντάχθηκε στο σχετικό μέτρο.
Επιστολή στο ΥΠΕΝ
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, οι παραγωγοί ΑΠΕ έχουν ήδη απευθυνθεί στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ζητώντας παράταση της προθεσμίας ολοκλήρωσης των έργων. Το αίτημά τους αφορά την επέκταση κατά δύο χρόνια της διορίας που προβλέπεται για την αξιοποίηση του πλεονεκτήματος εξαίρεσης από στατικούς και δυναμικούς περιορισμούς έγχυσης της «πράσινης» παραγωγής.
Με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο, τα έργα θα πρέπει να ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2027, ώστε να διατηρήσουν το συγκεκριμένο πλεονέκτημα. Οι παραγωγοί ζητούν η προθεσμία να μεταφερθεί έως το τέλος του 2029, υποστηρίζοντας ότι οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται σε δική τους υπαιτιότητα, αλλά σε εμπόδια που προέκυψαν κατά τη διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης.
Υπενθυμίζεται πως το μέτρο είχε σχεδιαστεί από το ΥΠΕΝ με στόχο να επιταχύνει την έναρξη των πράσινων PPAs που έχουν υπογράψει μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, ώστε μέρος της κατανάλωσής τους να καλύπτεται από ανανεώσιμη ενέργεια σε προβλέψιμη τιμή. Αν και το καθεστώς έχει χαλαρώσει στην πορεία, η προτεραιοποίηση στη χορήγηση όρων σύνδεσης αφορά κατά κύριο λόγο ενεργοβόρες επιχειρήσεις που πληρούσαν τα κριτήρια του Προσωρινού Πλαισίου Κρίσης και Μετάβασης (TCTF).
Παραγωγοί και offtakers
Οι συμβάσεις που υπάχθηκαν στο μέτρο «κλείδωσαν» τον Αύγουστο του 2024, όταν εκδόθηκε η σχετική υπουργική απόφαση. Στο χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται συμφωνίες της Viohalco και της Titan με την Unagi (κοινοπραξία της ΔΕΗ με τη Motor Oil). Επίσης, συμμετέχουν με έργα εταιρειών όπως η Egnatia Group, η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, η Helleniq Energy, η BayWa r.e. και η Interphoton, για την τροφοδοσία μεταξύ άλλων της Helleniq Energy, της Metlen, της ΑΓΕΤ και της Χαλυβουργία Ελλάδος.
Στην περίπτωση της Unagi, η συμφωνία μεταξύ ΔΕΗ και Motor Oil έχει πλέον τροποποιηθεί, με τη ΔΕΗ να αποκτά το σύνολο δώδεκα clusters φωτοβολταϊκών συνολικής ισχύος 1.175 MW, ενώ η Motor Oil διατηρεί ποσοστό 51% σε τρία clusters συνολικής ισχύος 288 MW. Αν και το deal των δύο εταιρειών προέβλεπε εξαρχής τον διαμοιρασμό των πάρκων, όταν αυτά ολοκληρωθούν, με τη νέα συμφωνία η Motor Oil περιορίζει τη συμμετοχή της (χωρίς βέβαια να την εξαλείφει) στο κοινό εγχείρημα.
Ωστόσο, πέρα από τις καθυστερήσεις, η ίδια η αγορά ηλεκτρισμού έχει αλλάξει σημαντικά από τη στιγμή που συμφωνήθηκαν οι συγκεκριμένες συμβάσεις. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των PPAs βασίζεται σε φωτοβολταϊκά έργα, την ώρα που στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα πλέον κυριαρχούν έτσι κι αλλιώς τα ηλιακά συστήματα.
Επαναδιαπραγμάτευση των τιμών
Η υπερσυγκέντρωση παραγωγής από φωτοβολταϊκά έχει οδηγήσει σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά κατά τις μεσημβρινές ώρες, με τις τιμές να μηδενίζονται ή ακόμη και να γίνονται αρνητικές σε περιόδους υψηλής παραγωγής, όπως την άνοιξη και το φθινόπωρο. Για μια βιομηχανία, επομένως, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω ενός PPA με σταθερή τιμή αυτές τις ώρες αποδεικνύεται ακριβότερη από την απευθείας προμήθεια από την αγορά.
Παράλληλα, οι βιομηχανικοί καταναλωτές αναλαμβάνουν ένα σημαντικό ρίσκο, καθώς οι συμβάσεις έχουν διάρκεια τουλάχιστον οκτώ ετών. Σε μια περίοδο όπου η εξέλιξη των χονδρεμπορικών τιμών παραμένει δύσκολο να προβλεφθεί, το «κλείδωμα» μιας τιμής μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα, εάν η αγορά κινηθεί χαμηλότερα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά, αρκετές βιομηχανίες έχουν ξεκινήσει συζητήσεις για επαναδιαπραγμάτευση των τιμών των PPAs. Οι καθυστερήσεις στην ενεργοποίηση των συμβάσεων ενισχύουν τη διαπραγματευτική τους θέση, καθώς οι συμφωνίες προβλέπουν ρήτρες και δικαιώματα σε περίπτωση μη τήρησης των αρχικών χρονοδιαγραμμάτων.
Ήδη, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου επιτεύχθηκαν μειώσεις στις συμφωνημένες τιμές, ώστε τα PPAs να αντανακλούν τα νέα δεδομένα της αγοράς. Τα ίδια στελέχη δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο οι περαιτέρω καθυστερήσεις να οδηγήσουν σε εντονότερες πιέσεις, ακόμη και σε εγκατάλειψη ορισμένων συμβάσεων από βιομηχανικούς καταναλωτές. Μέχρι σήμερα, πάντως, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες ενδείξεις ότι κάποια από τις συμφωνίες έχει οδηγηθεί σε οριστικό ναυάγιο.
