Έντονη νευρικότητα καταγράφεται και σήμερα στις διεθνείς αγορές ομολόγων, με τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων να κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και τους επενδυτές να επανατιμολογούν το κόστος χρήματος για τους επόμενους μήνες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται για ακόμη μία φορά το αμερικανικό 10ετές ομόλογο, η σημαντικότερη αναφορά για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η απόδοσή του κινείται πλέον στο 5,34% (συνεπάγεται μειωμένη τιμή ομολόγου), έχοντας φτάσει ενδοσυνεδριακά έως το 5,33% και καταγράφοντας επίπεδα που παραπέμπουν στο 2002. Η άνοδος της απόδοσης του αμερικανικού τίτλου δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Αντίθετα, αποτυπώνει τη γενικότερη πίεση που δέχεται η αγορά κρατικού χρέους διεθνώς.
Στις ΗΠΑ, η αγορά προεξοφλεί πλέον ακόμη και νέα αύξηση επιτοκίων από τη Federal Reserve μέχρι το τέλος του έτους. Η ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας, παρά το υψηλό κόστος χρήματος, περιορίζει τις προσδοκίες για γρήγορη αποκλιμάκωση των επιτοκίων.
Στη Βρετανία, η απόδοση του 10ετούς κινείται στο 5,47%, στη Γερμανία -που αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά- η αντίστοιχη απόδοση βρίσκεται στο 3,61%, ενώ στη Γαλλία ξεπερνά το 4,90%. Αξίζει να σημειωθεί πως το βρετανικό 30ετές εκτοξεύθηκε στο 6%, όταν το αντίστοιχο αμερικανικό κινείται στο 5,65%.
Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου διαμορφώνεται στο 4,57%, αυξημένη κατά 7,3 μονάδες βάσης ή 1,62% σε ημερήσια βάση.
Το «στοίχημα» της Fed για περιορισμό του πληθωρισμού
Ο βασικός παράγοντας πίσω από την άνοδο των αποδόσεων είναι η αλλαγή των προσδοκιών για την πορεία των επιτοκίων. Ο επίμονος πληθωρισμός, η ισχυρή οικονομική δραστηριότητα και οι αυξημένες τιμές ενέργειας δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι κεντρικές τράπεζες δυσκολεύονται να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ενισχύει τους φόβους για νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, ιδιαίτερα εφόσον οι γεωπολιτικές εξελίξεις συνεχίσουν να επηρεάζουν την προσφορά ενέργειας.
Βουλιάζει στο χρέος η Δύση
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας που γίνεται ολοένα σημαντικότερος: οι τεράστιες ανάγκες κρατικού δανεισμού.
Οι κυβερνήσεις χρειάζονται ολοένα περισσότερα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν ελλείμματα, επενδύσεις και την εξυπηρέτηση του ήδη υψηλού χρέους. Όσο αυξάνεται η προσφορά ομολόγων, τόσο μεγαλύτερη απόδοση μπορεί να απαιτούν οι επενδυτές προκειμένου να τα διακρατήσουν. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν υψηλότερο κόστος δανεισμού για τα κράτη, τις επιχειρήσεις και τελικά τα νοικοκυριά.
Παράλληλα, η έκρηξη των επενδύσεων σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει τη ζήτηση για κεφάλαια, προσθέτοντας μία ακόμη πηγή πίεσης στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.
Το κρίσιμο πλέον είναι εάν η άνοδος των αποδόσεων θα αποδειχθεί προσωρινή αντίδραση στις πληθωριστικές και γεωπολιτικές πιέσεις ή εάν θα εξελιχθεί σε μια πιο παρατεταμένη περίοδο υψηλού κόστους χρήματος.
