Η Unilever σχεδιάζει να εξοικονομήσει 1 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2029, επιταχύνοντας το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, που έχει δρομολογήσει ο διευθύνων σύμβουλος Φερνάντο Φερνάντες, με στόχο να καταστήσει τον όμιλο πιο ευέλικτο, αποδοτικό και επικεντρωμένο σε δραστηριότητες με υψηλότερες προοπτικές ανάπτυξης.
Το σχέδιο προβλέπει απλοποίηση της οργανωτικής και λειτουργικής δομής, περιορισμό των επικαλύψεων και αντιμετώπιση του πρόσθετου κόστους που θα προκύψει από τον συνδυασμό του κλάδου τροφίμων της Unilever με την αμερικανική McCormick.
Η εταιρεία αναμένεται να παρουσιάσει αναλυτικότερα τη στρατηγική της στην Ημέρα Ενημέρωσης Επενδυτών (Capital Markets Day), την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου.
Η νέα προσπάθεια έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Unilever επιχειρεί να αντιμετωπίσει τη σταδιακή επιβράδυνση της οργανικής ανάπτυξής της τα προηγούμενα χρόνια, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της και να αναδιαμορφώσει το επιχειρηματικό της μοντέλο.
Η επιβράδυνση της ανάπτυξης και οι πιέσεις
Τα οικονομικά στοιχεία των προηγούμενων ετών αποτυπώνουν τις προκλήσεις που αντιμετώπισε ο όμιλος. Η οργανική αύξηση των πωλήσεων υποχώρησε από 7,7% το 2023 σε 4,3% το 2024 και 3,5% το 2025. Παράλληλα, ο συνολικός κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά 3,8% το 2025, στα 50,5 δισ. ευρώ, κυρίως εξαιτίας των δυσμενών συναλλαγματικών διαφορών και των αποεπενδύσεων.
Ιδιαίτερες πιέσεις καταγράφηκαν σε ορισμένες βασικές κατηγορίες προϊόντων. Στον τομέα της οικιακής φροντίδας, οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 6,4% το 2025, ενώ στα τρόφιμα η υποχώρηση έφθασε το 3,2%.
Στην προσωπική φροντίδα, ο κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά 3,4%, παρά τη θετική οργανική ανάπτυξη. Τα στοιχεία αυτά ενίσχυσαν την ανάγκη για αναθεώρηση της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου και καλύτερη αξιοποίηση των ισχυρότερων εμπορικών σημάτων του ομίλου.
Η διοίκηση επιδιώκει πλέον να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα σε κατηγορίες όπως η ομορφιά, η ευεξία και η προσωπική φροντίδα, όπου βλέπει ισχυρότερες προοπτικές ανάπτυξης, καθώς και σε αγορές-κλειδιά, όπως η Ινδία και οι ΗΠΑ.
Η αποχώρηση από τα παγωτά και η συμφωνία με τη McCormick
Κεντρικό στοιχείο της αναδιάρθρωσης αποτελεί η σταδιακή απομάκρυνση της Unilever από δραστηριότητες που δεν θεωρούνται πλέον απαραίτητες για τη στρατηγική της. \Τον Δεκέμβριο του 2025 ολοκληρώθηκε ο διαχωρισμός του κλάδου παγωτών, ο οποίος λειτουργεί πλέον ως ανεξάρτητη εταιρεία με την επωνυμία The Magnum Ice Cream Company, με ξεχωριστή παρουσία στα χρηματιστήρια του Άμστερνταμ, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Η Unilever διατήρησε αρχικά μειοψηφική συμμετοχή περίπου 19,9%.
Το επόμενο μεγάλο βήμα είναι ο συνδυασμός του κλάδου τροφίμων της Unilever με την αμερικανική McCormick.
Η συμφωνία, η οποία ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 2026, προβλέπει τη δημιουργία ενός μεγαλύτερου διεθνούς ομίλου τροφίμων, ενώ η ολοκλήρωσή της αναμένεται έως τα μέσα του 2027, υπό την προϋπόθεση των απαραίτητων εγκρίσεων.
Η αποχώρηση από τον συγκεκριμένο κλάδο, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι η Unilever θα απαλλαγεί αμέσως από όλα τα σχετικά έξοδα.
Η εταιρεία υπολογίζει ότι θα προκύψουν πρόσθετες δαπάνες 400 έως 500 εκατ. ευρώ, οι οποίες θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν τη λειτουργία της μετά τον διαχωρισμό. Για την αντιμετώπισή τους έχει προβλέψει εφάπαξ δαπάνες αναδιάρθρωσης περίπου 500 εκατ. ευρώ την περίοδο 2027-2029.
Νέο μοντέλο λειτουργίας και το στοίχημα για το 2026
Το πρόγραμμα εξοικονόμησης του 1 δισ. ευρώ έως το 2029 αποσκοπεί, επομένως, όχι μόνο στη μείωση των λειτουργικών δαπανών, αλλά και στην προσαρμογή της εταιρικής δομής στη νέα, μικρότερη και πιο εξειδικευμένη Unilever.
Η απλοποίηση των διοικητικών λειτουργιών, η αναδιοργάνωση των διαδικασιών και η αξιοποίηση της τεχνολογίας αποτελούν βασικούς άξονες του σχεδίου.
Η εταιρεία είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή το 2024 ένα προηγούμενο πρόγραμμα παραγωγικότητας, με στόχο εξοικονόμηση 800 εκατ. ευρώ. Έως το τέλος του 2025 είχε επιτύχει εξοικονομήσεις περίπου 670 εκατ. ευρώ, με το υπόλοιπο ποσό να αναμένεται να καλυφθεί μέσα στο 2026.
Παρά τις δυσκολίες των προηγούμενων ετών, τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν βελτίωση της εμπορικής επίδοσης.
Κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, οι οργανικές πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 5,2%, με τον όγκο πωλήσεων να ενισχύεται κατά 2,9%. Η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από τους τομείς της ομορφιάς και ευεξίας, της προσωπικής και της οικιακής φροντίδας, ενώ ο κλάδος τροφίμων παρέμεινε στάσιμος.
