Στη συγκυρία όπου οι οικονομικές υποχρεώσεις πιέζουν ολοένα και περισσότερο τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, η διαχείριση των οφειλών προς το Δημόσιο έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο ζήτημα για χιλιάδες φορολογούμενους. Οι ρυθμίσεις δόσεων αποτελούν για πολλούς μια πολύτιμη «ανάσα», καθώς δίνουν τη δυνατότητα σταδιακής αποπληρωμής των χρεών και αποφυγής άμεσων μέτρων είσπραξης. Ωστόσο, η διευκόλυνση αυτή συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες και προθεσμίες, γεγονός που καθιστά τη συνέπεια στις πληρωμές καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της ρύθμισης και την αποφυγή πρόσθετων επιβαρύνσεων.
Ιδιαίτερα προσεκτικοί στην τήρηση των όρων θα πρέπει να είναι οι φορολογούμενοι που έχουν ενταχθεί σε ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο, καθώς η καθυστέρηση πληρωμής ακόμη και μίας μηνιαίας δόσης μπορεί να επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις. Σύμφωνα με οδηγό που εξέδωσε η ΑΑΔΕ, όσοι δεν πληρώσουν εμπρόθεσμα τις δόσεις των ρυθμίσεων επιβαρύνονται με προσαυξήσεις που ξεκινούν από 0,25% και μπορεί να φτάσουν έως και 15% για κάθε καθυστερημένη δόση. Επιπλέον, η μη πληρωμή τριών δόσεων οδηγεί αυτόματα σε απώλεια της ρύθμισης, καθώς και των ευεργετημάτων που αυτή συνεπάγεται, όπως η προστασία από αναγκαστικά μέτρα είσπραξης ή η εφαρμογή χαμηλότερων επιτοκίων.
Βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση των περισσότερων ρυθμίσεων, είναι η εμπρόθεσμη καταβολή όλων των δόσεων, η τακτοποίηση των τρεχουσών φορολογικών υποχρεώσεων και η υποβολή όλων των απαιτούμενων φορολογικών δηλώσεων μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Σε διαφορετική περίπτωση, η ρύθμιση θεωρείται ότι έχει χαθεί, με αποτέλεσμα ο φορολογούμενος να χάνει τα προνόμια που του είχαν δοθεί στο πλαίσιο της ρύθμισης.
Σε περίπτωση που κάποιος χάσει τη ρύθμιση, δεν έχει τη δυνατότητα επανένταξης στο ίδιο καθεστώς, εκτός από την περίπτωση της πάγιας ρύθμισης. Η συγκεκριμένη ρύθμιση προβλέπει έως 24 δόσεις για τακτικές οφειλές ή έως 48 δόσεις για έκτακτες, όπως για παράδειγμα ο φόρος κληρονομιάς. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η επανένταξη συνοδεύεται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν αυστηρά. Ο οφειλέτης καλείται να ρυθμίσει το ανεξόφλητο ποσό σε αριθμό δόσεων ίσο με τις δόσεις που απέμεναν από την προηγούμενη ρύθμιση και να προκαταβάλει, εντός τριών ημερών, ποσό ίσο με το διπλάσιο της νέας μηνιαίας δόσης.
Για παράδειγμα, αν ένας φορολογούμενος είχε ρυθμίσει χρέος ύψους 10.000 ευρώ σε 24 δόσεις και έχει ήδη καταβάλει 8 δόσεις συνολικού ύψους 3.500 ευρώ, τότε το υπόλοιπο των 6.500 ευρώ θα πρέπει να ρυθμιστεί σε έως 16 δόσεις. Παράλληλα, ο φορολογούμενος θα επιβαρυνθεί με τις σχετικές προσαυξήσεις που προβλέπονται για την καθυστέρηση και θα πρέπει να προκαταβάλει άμεσα ποσό διπλάσιο της νέας μηνιαίας δόσης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί εκ νέου η πάγια ρύθμιση.
Σύμφωνα με τον οδηγό της ΑΑΔΕ, σε κάθε ρύθμιση έχουν τεθεί διαφορετικοί κανόνες και προϋποθέσεις. Ειδικότερα, η πάγια ρύθμιση των 24 ή 48 δόσεων χάνεται εάν ο οφειλέτης:
- δεν καταβάλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,
- καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός μηνός,
- δεν καταβάλει την τυχόν μία εκπρόθεσμη δόση της ρύθμισης με την αναλογούσα προσαύξηση 15% μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης,
- δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης και μέχρι την εξόφληση των οφειλών, το αργότερο εντός τριών μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους,
- δεν εξοφλήσει ή δεν τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο τις οφειλές του καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους,
- έχει υποβάλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση. Ως ελλιπής θεωρείται η μη υποβολή των απαραίτητων ή των τυχόν συμπληρωματικά ζητηθέντων στοιχείων ή πληροφοριών. Για τον σκοπό αυτό διενεργείται δειγματοληπτικός έλεγχος των στοιχείων που υποβάλλονται από τους φορολογούμενους.
- Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η καθυστέρηση πληρωμής ακόμη και μίας δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με προσαύξηση 15%, γεγονός που καθιστά σαφές ότι η συνέπεια στις πληρωμές αποτελεί βασικό όρο για τη διατήρηση των ρυθμίσεων και την αποφυγή πρόσθετων οικονομικών βαρών.