Η ρύθμιση των 120 δόσεων ανοίγει τον δρόμο για την επανένταξη παλαιών χρεών σε ένα νέο καθεστώς αποπληρωμής, αλλά δεν αφορά κάθε οφειλή ούτε σημαίνει αυτόματα «κούρεμα» ή πάγωμα όλων των υποχρεώσεων. Το κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται στις ημερομηνίες, στις προϋποθέσεις ένταξης και στους κανόνες που οδηγούν στην απώλεια της ρύθμισης. Οι οφειλέτες αποκτούν περισσότερο χρόνο για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, με έως 120 μηνιαίες δόσεις, όμως η υπαγωγή ενεργοποιείται μόνο μετά την πληρωμή της πρώτης δόσης και η συνέχιση της ρύθμισης απαιτεί συνέπεια και στις νέες φορολογικές υποχρεώσεις.
Η επέκταση από τις 72 στις 120 δόσεις που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μεταφέρει τον ορίζοντα αποπληρωμής στα δέκα χρόνια. Στο νέο σχήμα μπορούν να ενταχθούν, μεταξύ άλλων, οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024 (αντί 31/12/2023), ενώ διευρύνεται και το χρονικό περιθώριο για την υποβολή της αίτησης, το οποίο φτάνει έως τον Ιούνιο του 2027. Σημειώνεται ότι στη ρύθμιση των 72 δόσεων έχουν ενταχθεί μόλις 23.000, όταν δυνητικά μπορούσαν να ενταχθούν 1.300.000 φυσικά πρόσωπα και 284.000 επχιειρήσεις!.
Η αλλαγή αφορά και όσους βρίσκονται ήδη στη ρύθμιση των 72 δόσεων, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης παραμένει στα 30 ευρώ. Το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5,84%, γεγονός που σημαίνει ότι η μείωση της μηνιαίας δόσης μέσω της επιμήκυνσης συνοδεύεται από κόστος τόκων για όσο διάστημα παραμένει το χρέος στη ρύθμιση.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαρίσει ένας οφειλέτης είναι ποια χρέη μπορεί να μεταφέρει στη νέα ρύθμιση. Στο νέο καθεστώς μπορούν να υπαχθούν βεβαιωμένες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024 και δεν βρίσκονται σε άλλη ρύθμιση κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Πρόκειται, δηλαδή, για χρέη που έχουν βεβαιωθεί από την εφορία και παραμένουν ανεξόφλητα. Αντίθετα, οι τρέχουσες οφειλές από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά δεν μεταφέρονται στις 120 δόσεις, αλλά εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται μέσω της πάγιας ρύθμισης, η οποία προβλέπει έως 24 δόσεις.
Για να ενταχθεί ένας φορολογούμενος πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η αίτηση αφορά φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία θα πρέπει να έχουν τακτοποιήσει τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές, να έχουν υποβάλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε ετών και να μην έχουν αμετάκλητη καταδίκη για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία. Παράλληλα, οι οφειλές που ζητείται να ενταχθούν δεν θα πρέπει να βρίσκονται ήδη σε άλλη ενεργή ρύθμιση.
Το δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι ο αριθμός των δόσεων. Ο οφειλέτης μπορεί να επιλέξει έως και 120 μηνιαίες δόσεις. Η επιλογή περισσότερων δόσεων μειώνει το ποσό που καταβάλλεται κάθε μήνα, αυξάνει όμως το συνολικό κόστος της ρύθμισης λόγω των τόκων. Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 30 ευρώ.
Η διαδικασία γίνεται ηλεκτρονικά μέσω των ψηφιακών υπηρεσιών της ΑΑΔΕ και η αίτηση μπορεί να υποβληθεί έως τον Ιούνιο του 2027. Η υποβολή της αίτησης, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η ρύθμιση έχει ενεργοποιηθεί. Για να τεθεί σε ισχύ, ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλει την πρώτη δόση μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Από εκεί και μετά, οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.
Η υπαγωγή στη ρύθμιση δημιουργεί παράλληλα συγκεκριμένα δικαιώματα για τον οφειλέτη. Με την τήρησή της μπορεί να χορηγηθεί αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα συγκεκριμένα χρέη και αναστέλλεται η λήψη νέων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης. Παράλληλα, «παγώνουν» οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων και απαιτήσεων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να αποδεσμευθούν μελλοντικές απαιτήσεις που είχαν κατασχεθεί εις χείρας τρίτων.
Σημειώνεται ότι η ρύθμιση χάνεται εάν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή εάν υπάρξει καθυστέρηση μεγαλύτερη των δύο μηνών στην πληρωμή των δύο τελευταίων δόσεων. Ρύθμιση μπορεί επίσης να χαθεί εάν ο οφειλέτης δεν τακτοποιήσει μέσα σε έναν μήνα άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές που δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν. Το ίδιο ισχύει εάν δημιουργηθούν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές και δεν εξοφληθούν ή δεν ρυθμιστούν μέσα σε τρεις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής τους.
Η απώλεια της ρύθμισης έχει άμεσες συνέπειες. Το ανεξόφλητο υπόλοιπο του χρέους καθίσταται απαιτητό, επανέρχονται τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης και μπορούν να ενεργοποιηθούν εκ νέου κατασχέσεις και διαδικασίες εκτέλεσης. Παράλληλα χάνονται τα οφέλη που συνδέονται με τη ρύθμιση, όπως η αναστολή των σχετικών διαδικασιών και τα προβλεπόμενα δικαιώματα φορολογικής ενημερότητας.
Υπάρχει, πάντως, και η δυνατότητα πρόωρης εξόφλησης. Ο οφειλέτης μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να καταβάλει το υπόλοιπο του χρέους και να κλείσει νωρίτερα τη ρύθμιση. Σε αυτή την περίπτωση, οι τόκοι υπολογίζονται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η οφειλή παρέμεινε ενταγμένη στη ρύθμιση. Δεν μπορούν, τέλος, να ενταχθούν όλες οι κατηγορίες οφειλών. Εξαιρούνται χρέη που αφορούν ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων κατόπιν αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και οφειλές για τις οποίες ειδικές διατάξεις αποκλείουν την υπαγωγή σε ρύθμιση.
