Σύσκεψη στο Μαξίμου και έρευνες για το μπλακάουτ στο FIR Αθηνών
Να «μαζέψουν τα ασυμμάζευτα» που προκάλεσε η κατάρρευση του FIR Αθηνών, η οποία οδήγησε σε σχεδόν καθολική αναστολή πτήσεων, επιχειρούν οι αρμόδιοι φορείς, μετά και τη χθεσινή σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου. Η κυβέρνηση, αφού διαβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι δεν προέκυψε ζήτημα ασφάλειας πτήσεων, προχώρησε στη σύσταση Ειδικής Επιτροπής διερεύνησης, προσπαθώντας να απαντήσει στο σοβαρό περιστατικό δυσλειτουργίας των συστημάτων αεροναυτιλίας, που προκάλεσε έντονη αναστάτωση. Στο πλαίσιο αυτό, δεν πέρασε απαρατήρητη η σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστος Δήμας, ο οποίος τόνισε ότι θα δοθούν άμεσα απαντήσεις για τα αίτια του προβλήματος. Όπως ανέφερε, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη ένορκη διοικητική εξέταση για την απόδοση ευθυνών, προκειμένου να μην επαναληφθεί αντίστοιχο περιστατικό στο μέλλον, υπογραμμίζοντας χαρακτηριστικά ότι «θα πέσουν κεφάλια». Παράλληλα, επισήμανε ότι οι επιβάτες δικαιούνται αποζημιώσεις για τις ακυρώσεις και τις καθυστερήσεις, ενώ αντίστοιχο δικαίωμα διεκδίκησης έχουν και οι αερομεταφορείς. Στη σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, Μιχάλης Μπλέτσας, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου ΟΤΕ, Κώστας Νεμπής, καθώς και ο διοικητής της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας, Χρήστος Τσίτουρας. Από την πλευρά της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) συμμετείχε υπάλληλος της Επιτροπής, καθώς ο πρόεδρός της, καθηγητής Κωνσταντίνος Μασσέλος, απουσίαζε στο εξωτερικό. Στη σύσκεψη δεν υπήρξε εκπροσώπηση από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, παρά τη σαφή ψηφιακή και τεχνολογική διάσταση του προβλήματος.
Η επιτυχία των ελληνικών τραπεζών με τον δείκτη κεφαλαίων CET1
Επίπεδα του δείκτη βασικών εποπτικών κεφαλαίων (CET1) εφάμιλλα των ευρωπαϊκών τραπεζών έχουν πλέον οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες άλλοτε υπέφεραν από έλλειψη ποιοτικών κεφαλαίων. Σβήνοντας τώρα, μέσω της κερδοφορίας τους, μη ποιοτικά κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο και παρουσιάζοντας κερδοφορία που τους επιτρέπει διψήφια απόδοση ιδίων κεφαλαίων (πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο) και διανομές υψηλών μερισμάτων, οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες έχουν μέσο όρο δείκτη CET1 στο 16,09%, έναντι μέσου όρου 16,10% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Επιπλέον παράγοντας επιτυχίας για τις ελληνικές τράπεζες είναι ότι δαπάνησαν και κεφάλαια για να κάνουν εξαγορές. Πέραν της ενισχυμένης καθαρής κερδοφορίας, στην επίτευξη υψηλών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας συνέβαλαν οι εκδόσεις χρεογράφων πρόσθετων κεφαλαίων Κατηγορίας 1 (Additional Tier 1 – AT1) και οι εκδόσεις ομολόγων μειωμένης εξασφάλισης (Tier 2) στις οποίες προχώρησαν οι ελληνικές τράπεζες. Στην περίοδο από 1/1 έως 30/9 του 2025, οι ελληνικές τράπεζες πραγματοποίησαν εκδόσεις χρεογράφων ΑΤ1 ύψους 2,2 δισ. ευρώ και ομολόγων Tier 2 ονομαστικής αξίας 1,4 δισ. ευρώ, ενώ το 2024 οι αντίστοιχες εκδόσεις ανέρχονταν σε 300 εκατ. ευρώ και 2,5 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες έχουν επιτύχει ήδη από το εννεάμηνο του 2025 τον τελικό δεσμευτικό στόχο της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) της 30ής Ιουνίου 2025. Στην κατεύθυνση αυτήν συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, οι εκδόσεις χρεογράφων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior bonds), οι οποίες για το 2025 ανέρχονται σε 3,8 δισ. ευρώ (έναντι 5 δισ. ευρώ το 2024), εκ των οποίων 2,3 δισ. ευρώ αφορούν σε εκδόσεις «πράσινων» ομολόγων.
Η ολική επαναφορά για το Βιολογικό Χωριό
Το 2022, όταν η Southbridge ανέλαβε τα ηνία της αλυσίδας καταστημάτων βιολογικών προϊόντων, εισερχόμενη στο μετοχικό της κεφάλαιο, η οικονομική εικόνα ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Το EBITDA διαμορφωνόταν σε αρνητικό επίπεδο, περίπου στα -2,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα αποτελέσματα προ φόρων ήταν επίσης ζημιογόνα, με απώλειες που προσέγγιζαν τα 3,3 εκατ. ευρώ, αποτυπώνοντας τις προκλήσεις που αντιμετώπιζε τότε η αλυσίδα. Το Βιολογικό Χωριό την τελευταία τριετία έκανε πράξη ένα σχέδιο χρηματοοικονομικής και εταιρικής αναδιάρθρωσης, με στόχο τη σταθεροποίηση της λειτουργίας του και τον στρατηγικό επαναπροσδιορισμό του στην αγορά. Με παρεμβάσεις στη χρηματοοικονομική διαχείριση, την οργανωτική δομή και το εμπορικό μοντέλο. Στο πλαίσιο αυτό, αναβαθμίστηκε η εμπορική πρόταση προς τον καταναλωτή, ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα των τιμών και επανασχεδιάστηκαν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Παράλληλα, υλοποιήθηκε συνολικός ανασχεδιασμός των καταστημάτων, που αφορούσε τη διάταξη, την αισθητική, το branding και την εταιρική ταυτότητα. Οι αλλαγές αυτές υποστηρίχθηκαν από εσωτερικές ομάδες της εταιρείας, σε συνεργασία με τον μέτοχο, Southbridge II. Οι κινήσεις αυτές είχαν αποτέλεσμα το ότι ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 7,5% το 2023, 10% το 2024 και 6,6% το 2025, φτάνοντας τα 23,7 εκατ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι το δίκτυο λειτουργούσε με δύο καταστήματα λιγότερα. Καταγράφηκε, επίσης, βελτίωση της λειτουργικής κερδοφορίας, με το EBITDA να μετατρέπεται σταδιακά από -2,5 εκατ. ευρώ (-13,88%) το 2022 σε -400 χιλ. ευρώ το 2023, -200 χιλ. ευρώ το 2024 και εκτιμώμενα +480 χιλ. ευρώ (+2,1%) το 2025.
Κάθετη πτώση για το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων
Το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών από τις τράπεζες θα ανακοινώσει, αύριο 7 Ιανουαρίου, η Τράπεζα της Ελλάδος, δημοσιεύοντας τα στοιχεία για τον Νοέμβριο του 2025. Τον Οκτώβριο του 2025, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων είχε παραμείνει σχεδόν αμετάβλητο στο 0,32%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων μειώθηκε στο 4,45%, με το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ των νέων καταθέσεων και δανείων να μειώνεται στις 4,13 εκατοστιαίες μονάδες. Τα στοιχεία Νοεμβρίου αναμένεται να δείξουν περαιτέρω μικρή μείωση του spread μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων και το ίδιο αναμένεται να γίνει και με τα στοιχεία Δεκεμβρίου που αναμένονται στις αρχές Φεβρουαρίου. Η ψαλίδα του κόστους δανεισμού μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών σε σχέση με τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της ευρωζώνης έκλεισε σημαντικά το 2025, κυρίως για τις επιχειρήσεις και δη τις μεγαλύτερες που πίεσαν ασφυκτικά όλη την χρονιά τις τράπεζες για χαμηλότερα περιθώρια δανεισμού. Και οι τράπεζες ανταποκρίθηκαν στην πίεση του ανταγωνισμού, προκειμένου να αυξήσουν τα μερίδια αγοράς στις χορηγήσεις και τον ρυθμό της πιστωτικής επέκτασης. Έτσι, στα δάνεια των επιχειρήσεων, το μεσοσταθμικό επιτόκιο δανεισμού διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο το γ΄ τρίμηνο του 2025 σε 5,2% για δάνεια έως 250.000 ευρώ (δ’ τρίμηνο 2024: 5,6%), σε 4,3% για δάνεια μεταξύ 250.000 ευρώ και 1 εκατ. ευρώ (δ’ τρίμηνο 2024: 5,3%) και στο 3,7% για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ (δ’ τρίμηνο 2024: 4,8%). Σημειωτέον ότι τα νέα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ αντιπροσώπευαν το 85% της ακαθάριστης ροής επιχειρηματικών δανείων με τακτή λήξη. Η θετική απόκλιση του μεσοσταθμικού κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα από το αντίστοιχο της ζώνης του ευρώ συρρικνώθηκε περαιτέρω το 2025 και διαμορφώθηκε σε 48 μονάδες βάσης, κατά μέσο όρο, το γ’ τρίμηνο του 2025 και υποχώρησε περαιτέρω τον Οκτώβριο στις 36 μ.β., έναντι 55 μ.β. το δ’ τρίμηνο του 2024 και μέγιστης τιμής 335 μ.β. τη δεκαετία 2016-2025. Όσο για τη μείωση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων απ’ όταν η ΕΚΤ ανέβασε τα επιτόκια, αυτό έχει μειωθεί καλύπτοντας σχεδόν το 70% της ανόδου που επήλθε από τον Ιούλιο του 2022 και κορυφώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023, περίοδο κατά την οποία η ΕΚΤ ανέβασε το επιτόκιο του ευρώ από το 0% στο 4%.
Στράγγιξε από ρευστό η βιοτεχνία
Η μειωμένη ρευστότητα και όχι τόσο οι δανειακές υποχρεώσεις είναι αυτή που συχνά κρίνει την επιβίωση μίας επιχείρησης και, δυστυχώς, όπως καταγράφηκε στο τελευταίο Βαρόμετρο του ΒΕΘ, το 60% των βιοτεχνών της Θεσσαλονίκης, αντιμετωπίζουν σοβαρότατο πρόβλημα ρευστότητας, αφού μετρητά και ισοδύναμα επαρκούν το πολύ για έναν μήνα. Η δε ρευστότητα εξαρτάται ευθέως από τα έσοδα που γράφει η κάθε επιχείρηση, όπως και από το λειτουργικό της κόστος. Όπως δε φάνηκε από την κυλιόμενη έρευνα της Interview, για λογαριασμό του ΒΕΘ, το υψηλό λειτουργικό κόστος είναι αυτό που κυρίως απασχολεί τη μικρομεσαία βιοτεχνική επιχείρηση και -σε μικρότερο βαθμό- η μειωμένη ζήτηση. Στο αυξημένο κόστος παραγωγής συμπεριλαμβάνονται ουσιαστικά τα πάντα, κάθε συντελεστής διαμόρφωσης του κόστους. Η κατάσταση, λοιπόν, για 6 στους 10 βιοτέχνες, είναι εξαιρετικά δύσκολη, αφού η ρευστότητα που διαθέτουν επαρκεί με το ζόρι για έναν μήνα. Όμως και για τους υπολοίπους τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, καθώς από τις 455 επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα, το 26% δεν έχει καθόλου ρευστότητα, το 23% καλύπτει ανάγκες έως τρεις μήνες και μόνο το 21% δήλωσε ότι μπορεί να ανταπεξέλθει για διάστημα έως έξι μηνών. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, τους προμηθευτές τους, τις ασφαλιστικές εισφορές, να καλύψουν τη μισθοδοσία, με αυτήν την οικονομική «δυσανεξία» να έχει και επιχειρησιακή έκφραση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον Δείκτη Οικονομικής Συγκυρίας, που στο τελευταίο δίμηνο του 2025 εμφανίστηκε μειωμένος σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο δίμηνο, αλλά ακόμη περισσότερο σε σύγκριση με το αντίστοιχο περυσινό δίμηνο, αφού από το 5,9% έπεσε στο 5,1%.
Το Τατόι μπαίνει σε τροχιά αξιοποίησης με τουρισμό, πολιτισμό και αγροδιατροφή
Σε νέα φάση αξιοποίησης περνά το πρώην βασιλικό κτήμα Τατοΐου, με το Δημόσιο να επιχειρεί να ενεργοποιήσει έναν από τους πιο εμβληματικούς και ταυτόχρονα ανεκμετάλλευτους ιστορικούς χώρους της Αττικής. Μέσω διεθνούς διαγωνισμού που έχει προκηρύξει η ΕΕΣΥΠ, δρομολογείται η μακροχρόνια μίσθωση 24 ιστορικών κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου τους, με στόχο τη δημιουργία ενός ήπιας κλίμακας πόλου τουρισμού, πολιτισμού και αγροδιατροφής. Ο σχεδιασμός προβλέπει τη μετατροπή επιλεγμένων κτισμάτων σε ξενώνες και μικρές ξενοδοχειακές μονάδες, εστιατόρια και αναψυκτήρια, αλλά και σε επισκέψιμες μονάδες παραγωγής, όπως οινοποιείο και ελαιουργείο. Κεντρικό ρόλο αναλαμβάνει ένας διακριτικός πυρήνας φιλοξενίας που συγκροτείται από 11 κτίρια, διασκορπισμένα στον ιστορικό ιστό του κτήματος, χωρίς αλλοίωση της κλίμακας και του τοπίου. Παράλληλα, παλιές αγροτικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις -στάβλοι, μάνδρες, εργαστήρια- αποκτούν νέες χρήσεις, συνδεδεμένες με την τοπική παραγωγή και την εμπειρία του επισκέπτη. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αναβίωση του αγροτικού χαρακτήρα του Τατοΐου. Στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού προβλέπεται η δυνατότητα ένταξης περίπου 1.200 στρεμμάτων καλλιεργήσιμης γης, με επανασύσταση του αμπελώνα και του ελαιώνα και παραγωγή προϊόντων με διακριτή ταυτότητα. Το μοντέλο που προωθείται, βασίζεται στην επισκέψιμη αγροτική δραστηριότητα και όχι στη μαζική εκμετάλλευση, ενισχύοντας το αφήγημα της βιώσιμης ανάπτυξης. Το εγχείρημα έρχεται να «δέσει» με τα έργα αποκατάστασης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη από το υπουργείο Πολιτισμού στον ιστορικό πυρήνα, όπου διαμορφώνονται μουσεία, εκθεσιακοί χώροι και πολιτιστικές υποδομές. Σε συνδυασμό με τον περιορισμό της κυκλοφορίας οχημάτων και τη χρήση ήπιων μέσων μετακίνησης, το Τατόι φιλοδοξεί να μετατραπεί σ’ έναν ανοιχτό, πολυλειτουργικό προορισμό αναψυχής και πολιτισμού, μόλις 20 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, εντός ενός αυστηρά προστατευμένου φυσικού και ιστορικού πλαισίου.
Τουριστικά ρεκόρ με ξένα καύσιμα
Παρά τα διαδοχικά ρεκόρ αφίξεων, η εικόνα του ελληνικού τουρισμού απαιτεί ψυχραιμότερη ανάγνωση. Η αύξηση των επισκεπτών τα τελευταία χρόνια δεν οφείλεται πρωτίστως σε κάποια ουσιαστική αναβάθμιση του «προϊόντος Ελλάδα», αλλά σε εξωγενείς παράγοντες. Όπως καταγράφει με σαφήνεια η πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, περίπου το 60% της ανόδου των διεθνών αφίξεων σχετίζεται με τη μεγέθυνση της παγκόσμιας τουριστικής αγοράς και τη μετατόπιση της ζήτησης προς την περιφέρεια Ευρώπης – Μεσογείου, που καθίσταται ολοένα πιο ελκυστική σε διεθνές επίπεδο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα «ωφελείται από το ρεύμα», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει επενδύσει αντίστοιχα στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. Το αντίθετο, μάλιστα. Οι επενδύσεις σε βασικές υποδομές -ενέργεια, ύδρευση, οδικά δίκτυα- παραμένουν, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, περίπου 8% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, την ώρα που οι επενδύσεις στον στενό τουριστικό κλάδο (ξενοδοχεία, αεροπορικές) κινούνται 14% υψηλότερα. Η ανισορροπία αυτή δεν είναι θεωρητική, έχει απτές συνέπειες. Η προχθεσινή κατάρρευση του FIR Αθηνών, λόγω ελλείψεων σε εξοπλισμό και προσωπικό, με χιλιάδες επιβάτες να ταλαιπωρούνται και τη διεθνή εικόνα της χώρας να πλήττεται, λειτούργησε ως ηχηρή υπενθύμιση. Την ίδια στιγμή, η ακύρωση του διαγωνισμού που είχε ανατεθεί στο ΤΕΕ για την τουριστική προβολή της χώρας αφήνει την Ελλάδα, για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, χωρίς εθνική τουριστική καμπάνια. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σαφές μήνυμα: ο ελληνικός τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά χωρίς συνεκτικό σχέδιο και χωρίς συστηματικές επενδύσεις στη βιωσιμότητα και στις υποδομές που θα στηρίξουν την επόμενη ημέρα. Και αυτό, μακροπρόθεσμα, είναι το πραγματικό ρίσκο.
Έρχονται αυξήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος
Αυξήσεις στις χρεώσεις που πληρώνουν καταναλωτές και επιχειρήσεις μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος για τη χρήση του συστήματος μεταφοράς αποφάσισε για το 2025 η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), με απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι νέες μοναδιαίες χρεώσεις χρήσης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ), τις οποίες εισπράττει ο ΑΔΜΗΕ, αφορούν όλες τις κατηγορίες καταναλωτών -από την Υψηλή και τη Μέση Τάση έως τους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης- και συνδέονται άμεσα με την ανάκτηση του κόστους των επενδύσεων του Διαχειριστή, με αιχμή τα μεγάλα έργα ηλεκτρικών διασυνδέσεων.
Για το 2025 η ΡΑΑΕΥ έχει εγκρίνει απαιτούμενο έσοδο για τον ΑΔΜΗΕ ύψους 411,1 εκατ. ευρώ, το οποίο αποτελεί το ποσό που προβλέπεται να ανακτηθεί μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος από τους χρήστες του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στο ρυθμιστικό πλαίσιο γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ του απαιτούμενου και του επιτρεπόμενου εσόδου του Διαχειριστή, με το δεύτερο να διαμορφώνεται σε υψηλότερο επίπεδο, χωρίς ωστόσο να ανακτάται αυτούσιο μέσω των χρεώσεων χρήσης συστήματος. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η καθυστέρηση στην εφαρμογή των νέων μοναδιαίων χρεώσεων από την αρχή του έτους είχε αποτέλεσμα, έως το τέλος Αυγούστου 2025, να έχουν ανακτηθεί περίπου 238 εκατ. ευρώ, αφήνοντας υπόλοιπο προς ανάκτηση ύψους 173,2 εκατ. ευρώ για το υπόλοιπο του έτους.
Ειδικότερα, για τους καταναλωτές Υψηλής Τάσης, η μοναδιαία χρέωση χρήσης συστήματος αυξάνεται από 3,353 ευρώ ανά MW σε 4,391 ευρώ ανά MW, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 30,96%. Αντίστοιχα, στη Μέση Τάση η χρέωση διαμορφώνεται από 3,476 ευρώ ανά MW σε 4,592 ευρώ ανά MW, με ποσοστιαία μεταβολή 32,11%. Πρόκειται για κατηγορίες καταναλωτών που επιβαρύνονται αποκλειστικά μέσω χρέωσης ισχύος, γεγονός που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο επιμερίζεται το κόστος χρήσης του συστήματος μεταφοράς στους μεγάλους χρήστες.
Στη Χαμηλή Τάση η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η ενιαία χρέωση χρήσης συστήματος αυξάνεται από 9,42 ευρώ ανά MWh σε 10,51 ευρώ ανά MWh, δηλαδή κατά 11,57%. Για τους τηλεμετρούμενους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης, η χρέωση ισχύος αυξάνεται από 4,066 ευρώ ανά MW σε 5,482 ευρώ ανά MW, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση στον πίνακα, της τάξης του 34,83%.
Για τους μη τηλεμετρούμενους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης, η μέση σταθμισμένη χρέωση αυξάνεται από 9,65 ευρώ ανά MWh σε 10,74 ευρώ ανά MWh, δηλαδή κατά 11,24%. Ωστόσο, πίσω από τη μέση αυτή μεταβολή κρύβονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά υποκατηγορία. Οι εμπορικοί μη τηλεμετρούμενοι καταναλωτές επιβαρύνονται με αύξηση 3,49%, από 8,87 ευρώ ανά MWh σε 9,18 ευρώ ανά MWh. Αντίθετα, για τους μη τηλεμετρούμενους βιομηχανικούς καταναλωτές καταγράφεται μείωση της μοναδιαίας χρέωσης κατά 7,29%, από 8,50 ευρώ ανά MWh σε 7,88 ευρώ ανά MWh. Οριακή είναι η μεταβολή για την κατηγορία ΦΟΠ, όπου η χρέωση υποχωρεί ελαφρώς από 10,66 ευρώ ανά MWh σε 10,65 ευρώ ανά MWh (-0,09%).
Στον αντίποδα, οι μη τηλεμετρούμενοι καταναλωτές της κατηγορίας «λοιποί» καταγράφουν αύξηση 15,22%, με τη χρέωση να διαμορφώνεται από 9,99 ευρώ ανά MWh σε 11,51 ευρώ ανά MWh. Πρόκειται για την υποκατηγορία που συγκεντρώνει και το μεγαλύτερο μέρος του αναλογούντος εσόδου στη Χαμηλή Τάση, στοιχείο που εξηγεί και τη μεγαλύτερη επιβάρυνση σε σχέση με άλλες ομάδες καταναλωτών.
Με τη δημοσίευση της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι νέες μοναδιαίες τιμές τίθενται σε ισχύ από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα, όπως ρητά προβλέπεται στο ρυθμιστικό πλαίσιο.