Το άρθρο 11 του ν. 3471/2006 ρυθμίζει τα μητρώα τηλεφωνικών αριθμών όσων δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να δέχονται κλήσεις για εμπορική προώθηση – τα λεγόμενα μητρώα «opt-out». Στη θεωρία, πρόκειται για ένα εργαλείο που επιτρέπει στους καταναλωτές να επιλέγουν την εξαίρεσή τους από κλήσεις απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών. Στην πράξη, όμως, έχει εξελιχθεί σε ένα αποσπασματικό και συχνά αδιαφανές σύστημα, που παράγει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: τον αποκλεισμό χιλιάδων καταναλωτών από ενημέρωση που οι ίδιοι δεν γνωρίζουν ότι έχουν απωλέσει.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν μητρώα opt-out, αλλά ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν. Το ισχύον πλαίσιο επιτρέπει την εγγραφή τηλεφωνικών αριθμών χωρίς σαφή, ρητή και συνειδητή επιλογή του πολίτη, ενώ η διαδικασία διαγραφής από το μητρώο είναι ασαφής και συχνά άγνωστη. Παρότι οι συνέπειες είναι άμεσες και ουσιαστικές, το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως μια τεχνική λεπτομέρεια και σπάνια απασχολεί τον δημόσιο διάλογο. Κι όμως, αφορά θεμελιώδη δικαιώματα ενημέρωσης και την ίδια τη λειτουργία του ανταγωνισμού.
Είναι ενδεικτικό ότι εννέα στους δέκα πολίτες που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του άρθρου 11 δεν το γνωρίζουν.[1] Αγνοούν, δηλαδή, ότι δεν μπορούν να λαμβάνουν τηλεφωνική ενημέρωση για προϊόντα και υπηρεσίες που τους αφορούν άμεσα, όπως, για παράδειγμα, για προϊόντα που σχετίζονται με την επικείμενη εφαρμογή της δυναμικής τιμολόγησης στην ενέργεια.
Πρόκειται για πρόβλημα θεσμικό που έχει να κάνει με το πώς αντιλαμβανόμαστε την προστασία του καταναλωτή: ως ενδυνάμωση ή ως σιωπηρό αποκλεισμό.
Όταν η καλή πρόθεση οδηγεί σε αδιέξοδο
Η αγορά ενέργειας αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο τις στρεβλώσεις του σημερινού πλαισίου. Σε μια περίοδο όπου το κόστος διαβίωσης πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, στον κλάδο της ενέργειας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει σαφή προτεραιότητα στην κινητικότητα των καταναλωτών. Η βασική παραδοχή είναι απλή: χωρίς ενημέρωση δεν υπάρχει σύγκριση, και χωρίς σύγκριση δεν υπάρχει πραγματικό όφελος του καταναλωτή.
Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, ένα μεγάλο τμήμα των καταναλωτών έχει αποκλειστεί εκ των πραγμάτων από την τηλεφωνική ενημέρωση για νέες προσφορές ή εναλλακτικά τιμολόγια. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές και υπονομεύει στην πράξη την κινητικότητα που υποτίθεται ότι θέλουμε να ενισχύσουμε. Η ενημέρωση δεν φτάνει σε όσους τη χρειάζονται περισσότερο.
Σημειώνεται ότι αυτή η συνθήκη στερεί από τους καταναλωτές τη δυνατότητα να επωφεληθούν από καλύτερες επιλογές και περιορίζει ουσιαστικά τον ανταγωνισμό στην αγορά ενέργειας.
Ένα σύστημα πολλών μητρώων και μηδενικής βεβαιότητας
Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα λειτουργεί με ένα κατακερματισμένο μοντέλο: κάθε τηλεπικοινωνιακός πάροχος τηρεί το δικό του μητρώο opt-out, χωρίς ενιαία βάση δεδομένων και χωρίς κοινές διαδικασίες. Οι διαφημιζόμενοι δεν έχουν τρόπο να γνωρίζουν με βεβαιότητα αν συμμορφώνονται πλήρως με τον νόμο, ενώ τα περιθώρια λαθών είναι αυξημένα, κάτι που έχει ήδη αναγνωριστεί και από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Έτσι, καταλήγουμε σε ένα σύστημα που δεν προστατεύει αποτελεσματικά τον πολίτη, αλλά ούτε διασφαλίζει την ορθή ενημέρωσή του.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα στερείται τεχνολογικών δυνατοτήτων. Αντιθέτως: έχουν ήδη ενεργοποιηθεί εργαλεία όπως το e-gov KYC για την ταυτοποίηση με συγκατάθεση του πολίτη, ενώ πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις επιτρέπουν στον ΔΕΔΔΗΕ και σε παρόχους ενέργειας να αντλούν απευθείας από την ΑΑΔΕ τα απαραίτητα στοιχεία για την ταυτοποίηση χρηστών και τη σύνδεσή τους με μετρητές. Ενώ λοιπόν η ψηφιοποίηση μπορεί να προχωρήσει, τα μητρώα opt-out παραμένουν καθηλωμένα σε ένα πλαίσιο δεκαπενταετίας, που δεν ανταποκρίνεται ούτε στις ανάγκες της αγοράς ούτε στα δικαιώματα των πολιτών.
Τι ισχύει αλλού και γιατί έχει σημασία
Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και το Βέλγιο λειτουργούν ενιαία, ψηφιακά μητρώα opt-out, υπό δημόσια ή ανεξάρτητη εποπτεία. Οι διαδικασίες είναι απλές και οι κανόνες σαφείς, ενώ ο πολίτης δύναται να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή αν είναι εγγεγραμμένος και μπορεί να αλλάξει άμεσα την επιλογή του μέσω σχετικής ψηφιακής πλατφόρμας.
Έτσι, διασφαλίζεται ταυτόχρονα η προστασία της ιδιωτικότητας, η πρόσβαση στην ενημέρωση και η εύρυθμη λειτουργία του ανταγωνισμού. Στην Ελλάδα, αντίθετα, το υφιστάμενο μοντέλο δημιουργεί αβεβαιότητα, οδηγεί σε λανθασμένες εγγραφές και τελικά αποδυναμώνει τον ίδιο τον καταναλωτή που υποτίθεται ότι προστατεύει.
Η ανάγκη για επανεκκίνηση
Η αναθεώρηση του άρθρου 11 είναι βασική προϋπόθεση για μια σύγχρονη και λειτουργική αγορά. Οι προτάσεις είναι συγκεκριμένες: ενιαίο ψηφιακό μητρώο σύμφωνα με τα σύγχρονα πρότυπα άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαχείριση από ανεξάρτητο φορέα, ηλεκτρονική εγγραφή και διαγραφή με αξιόπιστη ταυτοποίηση μέσω gov.gr και επανασύσταση του μητρώου με υποχρεωτική επιβεβαίωση όλων των υφιστάμενων εγγραφών.
Το σημερινό καθεστώς αποκλείει αντί να προστατεύει, περιορίζει αντί να ενισχύει τον ανταγωνισμό και απέχει από τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις. Η επανεκκίνηση του άρθρου 11 είναι θεσμική αναγκαιότητα και κρίσιμο βήμα για την πραγματική ενδυνάμωση του καταναλωτή και τη λειτουργία μιας υγιούς αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς ενέργειας.
[1] Έρευνα της Ipsos-Opinion μεταξύ προσώπων τα οποία είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα του άρθ. 11 του Ν. 3471/2006. Η έρευνα διεξήχθη σε δείγμα 1.000 προσώπων, μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων, κατά την περίοδο 25.2.2021 – 5.3.2021.