Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας: Ο Κάθετος Διάδρομος απαιτεί μακροχρόνια συμβόλαια

Η συνεργασία ΕΕ-ΗΠΑ στο LNG εγγύηση για ανταγωνιστικές τιμές στην περιοχή, σύμφωνα με τον αναλυτή του ΙΕΑ, Γκρεγκ Μόλναρ

Τερματικό LNG στο Βασιλικό στην Κύπρο © marinetraffic

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) προστίθεται στους διεθνείς και εγχώριους ειδικούς που διαβλέπουν στον Κάθετο Διάδρομο καθώς και στην ενίσχυση της συνεργασίας ΕΕ – ΗΠΑ στο LNG μέσω μακροπρόθεσμων συμβολαίων, τη λύση για τη διασφάλιση ενεργειακής επάρκειας και προσιτών τιμών στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη ενόψει της απαγόρευσης των ρωσικών εισαγωγών. Ενδεικτικές ήταν οι χθεσινές δηλώσεις του Γκρεγκ Μόλναρ, αναλυτή της αγοράς αερίου από τον ΙΕΑ, ο οποίος σημείωσε πως με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει η περιοχή να επωφεληθεί από τις νέες παγκόσμιες τάσεις που αναδεικνύονται στον κλάδο.

Μιλώντας στο συνέδριο «CSEE Energy Day 2026» που διοργάνωσε στην Αθήνα το Montel, το στέλεχος του ΙΕΑ υπογράμμισε ότι από το 2021 οι δυνατότητες εισαγωγής αερίου στην περιοχή έχουν αυξηθεί σημαντικά, με συνέπεια αυτή τη στιγμή να αγγίζουν τα 35 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) ετησίως. Μάλιστα, το 40% αυτής της δυναμικότητας βρίσκεται στην Ελλάδα, κάτι που σημαίνει πως η χώρα μας προσφέρει ένα «παράθυρο» στις χώρες της περιοχής, για πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές αερίου.

Για να αξιοποιηθεί αυτή η «ελληνική ευκαιρία», σύμφωνα με τον Μόλναρ, υπάρχουν δύο προϋποθέσεις – ξεκινώντας από την ενίσχυση της διασυνδεσιμότητας των χωρών της ευρύτερης γεωγραφικής ζώνης. Προς αυτή την κατεύθυνση ήδη έχουν υλοποιηθεί το τελευταίο διάστημα σημαντικά έργα, όπως ο Διαβαλκανικός Αγωγός Ελλάδας – Βουλγαρίας (IGB). Το στέλεχος του ΙΕΑ υπογράμμισε πως στην αμέσως επόμενη φάση, κρίσιμο ρόλο θα παίξει ο Κάθετος Διάδρομος, ο οποίος θα συμβάλει στην ενίσχυση των ροών από τον Νότο προς τον Βορρά.

Μακροπρόθεσμα συμβόλαια

Έτσι, καύσιμο που επανεριοποιείται στην Ελλάδα θα μπορεί να φτάσει μέχρι την Κεντρική και τη Νότια Ευρώπη, σε χώρες μεταξύ των οποίων και η Μολδαβία και η Ουκρανία, που έχουν ανάγκες αυτές τις εισαγωγές. «Με τη δυνατότητα διακίνησης 10 bcm ετησίως, αποτελεί μία σημαντική ευκαιρία για την περιοχή», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Με βάση το στέλεχος του ΙΕΑ, δεύτερη προϋπόθεση για να αξιοποιηθεί στον βαθμό που είναι εφικτό ο ρόλος της Ελλάδας ως πύλης «εισόδου», είναι τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια. Μάλιστα, με δεδομένη την ενίσχυση των εισαγωγών spot φορτίων τα τελευταία χρόνια, επισήμανε πως πρέπει να βρεθεί μία λεπτή ισορροπία ανάμεσα στις spot αγορές και τις μακροχρόνιες συμφωνίες.

Τέτοιες συμφωνίες είναι κρίσιμες για να διασφαλιστεί σταθερή προμήθεια, αλλά και να περιοριστεί η μεταβλητότητα των τιμών. Υπό αυτή την έννοια, η ενίσχυση της διατλαντικής ενεργειακής συνεργασίας, μέσω συμβολαίων μακράς διάρκειας, θα προσφέρει μία μοναδική ευκαιρία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη να δομήσουν πιο ασφαλείς και ανταγωνιστικές αγορές, καθώς θα οδεύει προς το τέλος της η εξάρτηση της περιοχής από το ρωσικό αέριο.

«Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Ελλάδα θα παίξει κομβικό ρόλο στο να επιταχυνθεί αυτή η διαδικασία», συμπλήρωσε.

Υπενθυμίζεται ότι στην «ενεργοποίηση» του Κάθετου Διαδρόμου πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η Atlantic SEE LNG Trade (στην οποία ο Όμιλος AKTOR συμμετέχει με 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%), στην κατεύθυνση αξιοποίησης του πρότζεκτ για τον ανεφοδιασμό της περιοχής με αμερικανικό LNG. Οι μη δεσμευτικές εμπορικές συμφωνίες που έχει υπογράψει έως τώρα η Atlantic SEE LNG Trade αφορούν την προμήθεια περί τα 7 bcm ανά έτος στις αγορές της Ουκρανίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Αλβανίας και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

Κενό 30 bcm από το «στοπ» στη Ρωσία

Όσον αφορά την απόφαση της ΕΕ για τερματισμό των ρωσικών εισαγωγών αερίου από το τέλος του 2027, ο κ. Μόλναρ σημείωσε πως θα επιταχύνει περαιτέρω τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού. Εκτίμησε πως θα δημιουργήσει εμπορικές ευκαιρίες σε προμηθευτές μη ρωσικού καυσίμου, ώστε να αντικαταστήσουν πάνω από 30 bcm που θα λείψουν από την ευρωπαϊκή αγορά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πιο σημαντικές συνέπειες από την απαγόρευση αφορούν την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η οποία εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ρωσικού αερίου. Έτσι, παρά τη μείωση του μεριδίου του καυσίμου από τη Μόσχα στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 2021, το 2025 οι εισαγωγές από τη Μόσχα συνέχιζαν να αποτελούν το 20% του καλαθιού προμήθειας.

Για την κάλυψη πάντως αυτού του ποσοστού, τα στοιχεία είναι απολύτως αισιόδοξα, δείχνοντας κατακόρυφη άνοδο τα επόμενα χρόνια της παραγωγής LNG – η οποία θα αυξηθεί κατά 300 bcm ετησίως μέχρι το 2030. Πρόκειται για ποσότητες που προκύπτουν από τα επίσημα χρονοδιαγράμματα πρότζεκτ πουν βρίσκονται υπό κατασκευή ή για τα οποία έχει ληφθεί η τελική επενδυτική απόφαση. Μάλιστα, το 70% αυτής της επιπλέον δυναμικότητας θα προέλθει από τις ΗΠΑ και το Κατάρ.

Deals με άλλο προφίλ

Η ενίσχυση της παραγωγής σημαίνει πως θα μεταβούμε από μια αγορά πωλητών σε μια αγορά αγοραστών. Αυτό σημαίνει ότι οι προμηθευτές ενέργειας θα χρειαστεί να προσαρμόσουν τις εμπορικές τους στρατηγικές και να επιδείξουν μεγαλύτερη ευελιξία απέναντι στις απαιτήσεις των πελατών τους.

«Η ανάλυσή μας για τις ενεργειακές συμβάσεις δείχνει ήδη ότι τα συμβόλαια εξελίσσονται προς μεγαλύτερη ευελιξία και μεγαλύτερη ποικιλία στην τιμολόγηση. Επομένως, έως το τέλος της δεκαετίας το μερίδιο των συμβάσεων με ευέλικτο προορισμό για τα φορτία, θα αυξηθεί πάνω από το 50% των συνολικών συμβασιοποιημένων ποσοτήτων, με σημαντική ώθηση από τις συμφωνίες στη Βόρεια Αμερική», σημείωσε.

Πρόσθεσε επίσης πως αναμένεται η ενίσχυση του ρόλου των «παικτών» χαρτοφυλακίου, με το μερίδιό τους να αυξάνεται από περίπου 25% το 2016 σε 45% έως το τέλος της δεκαετίας. Παράλληλα, έως το τέλος της δεκαετίας θα έχει διαμορφωθεί ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία στα μοντέλα τιμολόγησης.

Επίσης, μέχρι το τέλος της 10ετίας, πάνω από το 50% των συμβασιοποιημένων ποσοτήτων θα είναι συνδεδεμένο με τιμές κόμβων (hubs) ή θα ακολουθεί υβριδικά μοντέλα τιμολόγησης. Συγκριτικά, το 2016 τα συμβόλαια αυτά δεν ξεπερνούσαν το 30%, ενώ στο 70% η τιμή ήταν συνδεδεμένη με την τιμή του πετρελαίου (oil-indexed) – τα οποία το 2030 εκτιμάται ότι θα περιοριστούν στο 48%. Επομένως, τα επόμενα χρόνια διαμορφώνεται μια πιο ευέλικτη και διαφοροποιημένη εικόνα στην εμπορία αερίου, η οποία θα ωφελήσει τις χώρες εισαγωγής.