Εκτός του «ευρωπαϊκού κανόνα», που χαρακτηρίζεται από υψηλές χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού, κινείται η εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, συνεχίζοντας τις «χαμηλές πτήσεις» ανεπηρέαστη από την εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου που έχει προκαλέσει η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Είναι ενδεικτικό ότι σήμερα Τρίτη, με τιμή στα 84,9 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, η Ελλάδα είναι η 4η φθηνότερη στην ΕΕ, πίσω μόνο από τη Φινλανδία (31,35 ευρώ ανά MWh), την Εσθονία (46,76 ευρώ ανά MWh) και τη Σουηδία (52,8 ευρώ ανά MWh).
Παράλληλα, αν και ο «ηλεκτρικός διάδρομος» της Νότιας – Νοτιοανατολικής Ευρώπης βρίσκεται σε χαμηλότερα επίπεδα από την Κεντρική Ευρώπη -μία εικόνα που επίσης σπανίζει στον ευρωπαϊκό «ενεργειακό χάρτη»- η χώρα μας υπολείπεται σημαντικά από τις γειτονικές αγορές. Χαρακτηριστικά, η Βουλγαρία κινείται σήμερα στα 109,92 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, όσο και η Ρουμανία. Και βέβαια η ελληνική αγορά διαμορφώνεται σε μικρότερο ύψος από αγορές όπως η γερμανική (139,92 ευρώ ανά MWh) και η αυστριακή (126,65 ευρώ ανά MWh), οι οποίες παραδοσιακά συγκαταλέγονται στις φθηνότερες στην ΕΕ.
Ανάλογο όμως είναι το «τοπίο» και ως προς την έως τώρα εξέλιξη των τιμών μέσα στον Μάρτιο, με την «επίδοση» της Ελλάδας (85,48 ευρώ ανά MWh) να την κατατάσσει στην 6η φθηνότερη πανευρωπαϊκά – πίσω μόνο από τη Φινλανδία (44,29 ευρώ ανά MWh), τη Σουηδία (56,4 ευρώ ανά MWh), την Πορτογαλία (64,65 ευρώ ανά ανά MWh), την Ισπανία (66,92 ευρώ ανά MWh) και τη Γαλλία (72,25 ευρώ ανά MWh). Ως συνέπεια, απέχει σημαντικά από την Κεντρική Ευρώπη, καθώς για παράδειγμα η Γερμανία κινείται στα 112,34 ευρώ ανά MWh και η Αυστρία στα 109,99 ευρώ ανά MWh.
Ανταγωνισμός στο αέριο
Αν και οι τιμές του αερίου έχουν κυριολεκτικά εκτιναχθεί -με τα συμβόλαια στο TTF να διαπραγματεύονται χθες Δευτέρα ακόμη και πάνω από τα 66 ευρώ MWh, συγκριτικά με τα 32 ευρώ πριν από την κρίση στη Μέση Ανατολή- οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού σε όλη την Ευρώπη δεν αποτυπώνουν μία εικόνα «ενεργειακού σοκ».
Βασικός λόγος είναι πως σχεδόν σε καμία χώρα η κοστολόγηση των ποσοτήτων καυσίμου δεν γίνεται κατά κύριο λόγο στις spot τιμές, ώστε το άλμα να «περάσει» άμεσα στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω των προσφορών των μονάδων αερίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς στο Powergame.gr, οι διαφορές στις χονδρεμπορικές τιμές ρεύματος, στις 27 χώρες, σε μικρό βαθμό οφείλονται στις διαφορές στον τρόπο τιμολόγησης του αερίου και στο γεγονός ότι κατά κανόνα στην Ελλάδα αυτός γίνεται με τη «φόρμουλα» month ahead. Σύμφωνα με τους ίδιους παράγοντες, όσον αφορά τις «χαμηλές πτήσεις» της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού, σημαντικότερος παράγοντας είναι το γεγονός ότι υπάρχει εγκατεστημένο μεγάλο διαθέσιμο δυναμικό θερμοηλεκτρικών σταθμών αερίου.
Ως συνέπεια, ο μεταξύ τους ανταγωνισμός περιορίζει το χονδρεμπορικό κόστος κατά τις απογευματινές ώρες (όταν είναι μειωμένη η συμμετοχή των ΑΠΕ), συγκρατώντας επομένως τις τιμές και σε επίπεδα ημέρας. Κάτι που δεν ισχύει στην Κεντρική Ευρώπη, καθώς για παράδειγμα στη Γερμανία υπάρχουν λίγες μονάδες αερίου, ενώ στην Ουγγαρία ο διαθέσιμος στόλος είναι ακόμη πιο ανεπαρκής.
ΑΠΕ, υδροηλεκτρικά & ζήτηση
Ακόμη όμως πιο σημαντικός λόγος για την «ελληνική εξαίρεση» των χονδρεμπορικών τιμών είναι οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες – οι οποίες στη δεδομένη φάση έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική συμμετοχή του δυναμικού «καθαρής» ενέργειας (και μηδενικού λειτουργικού κόστους) στην ηλεκτροπαραγωγή.
Η ευνοϊκή συγκυρία ξεκινά κατ΄ αρχάς από τις σημαντικές ποσότητες αποθεμάτων στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς, με συνέπεια να είναι ενισχυμένο το μερίδιο των σταθμών στο μίγμα. Την ίδια στιγμή, η ολοένα μεγαλύτερη εγκατάσταση ΑΠΕ οδηγεί σε ολοένα μεγαλύτερη «πράσινων» Μεγαβατώρων. Έτσι, με δεδομένο ότι η ζήτηση κινείται σε χαμηλά επίπεδα, η «καθαρή» παραγωγή καλύπτει μεγάλο ποσοστό των αναγκών σε ρεύμα, εκτοπίζοντας τη χρήση των (ακριβότερων) μονάδων αερίου.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ανάλυση από το Powergame.gr των δεδομένων για τις πρώτες 9 ημέρες του μήνα, το μερίδιο των ΑΠΕ αγγίζει το 44% και των υδροηλεκτρικών στο 19%, συγκρατώντας τις θερμοηλεκτρικές μονάδες στο 37%. Μάλιστα, το μερίδιο των ΑΠΕ θα ήταν μεγαλύτερο αν υπήρχαν μπαταρίες για να αξιοποιηθούν 78 «πράσινες» Μεγαβατώρες, που μέσω των περικοπών πήγαν στα… σκουπίδια, αντί να καλύψουν ζήτηση.
«Ψαλίδι» στις ανατιμήσεις τον Απρίλιο
Αν συνεχιστεί η κρίση στη Μέση Ανατολή και διατηρηθεί το άλμα στις τιμές του αερίου, τότε αυτό θα επηρεάσει τις χονδρεμπορικές τιμές κατά κύριο λόγο τον Απρίλιο. Κι αυτό γιατί οι προσφορές των μονάδων αερίου τον επόμενο μήνα θα είναι σημαντικά ενισχυμένες, λόγω του αυξημένου κόστους για καύσιμο με το οποίο θα επιβαρύνονται.
Ακόμη όμως κι έτσι, όπως σημειώνουν ειδικοί του κλάδου, η ευνοϊκή συγκυρία του Απριλίου (που εκτός απροόπτου θα συνεχιστεί και τον Μάιο) θα «ψαλιδίσει» τις αυξήσεις που θα περάσουν στην αγορά ηλεκτρισμού. Ο λόγος είναι πως ειδικά στη μεσημβρινή ζώνη οι ΑΠΕ θα είναι απόλυτος πρωταγωνιστής στο μίγμα (με δεδομένη την κυριαρχία των φωτοβολταϊκών), ώστε οι τιμές να διαμορφώνονται εξαιρετικά χαμηλά – ακόμη και με αρνητικό πρόσημο. Ως συνέπεια, παρά το γεγονός ότι τις απογευματινές ώρες (που σχεδόν μονοπωλούνται από τις μονάδες αερίου) το χονδρεμπορικό κόστος θα αυξάνεται, θα είναι συγκρατημένη η μέση χονδρεμπορική τιμή του 24ωρου.
Σύμφωνα τους ίδιους αναλυτές, η σχετικά σταθερή εικόνα της εγχώριας λιανικής ηλεκτρισμού, εν μέσω μίας νέας γεωστρατηγικής κρίσης, δείχνει με οδυνηρό τρόπο ότι η Ευρώπη έχει σωστά προκρίνει την ενεργειακή «πράσινη στροφή», σε συνδυασμό με την ενίσχυση του εξηλεκτρισμού, ώστε να απεξαρτηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Κι αυτό γιατί οι ανανεώσιμες πηγές είναι ο μόνος τρόπος για να θωρακιστεί από τα σκαμπανεβάσματα στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τα οποία μόνο σπάνια δεν είναι την τελευταία 10ετία.