Ένα σύνθετο νομικό και πολιτικό ζήτημα προκαλεί η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διεθνή αγορά με ντίζελ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων πιέζουν τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Η πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να επιτρέψει εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων, ενώ ισχύει ομοσπονδιακή νομοθεσία που τις απαγορεύει, σημειώνει το Bloomberg.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 9 Οκτωβρίου, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια ντίζελ προς τις ΗΠΑ και τη διεθνή αγορά.
Ο ίδιος ανέφερε ότι η Ρωσία θα διαθέσει περίπου 2,2 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ, με πρόσθετες ποσότητες να ακολουθούν τους επόμενους μήνες.
Η πρωτοβουλία συνδέεται με την αύξηση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ, η οποία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, οφείλεται κυρίως στον πόλεμο με το Ιράν και στους περιορισμούς που έχουν επηρεάσει τις αποστολές διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων από τον Περσικό Κόλπο. Ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τη μείωση των τιμών βασική προτεραιότητά του, καθώς πλησιάζουν οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.
Η ανακοίνωση προκάλεσε αντιδράσεις στην Ουκρανία, αλλά και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ουκρανοί αξιωματούχοι και υποστηρικτές του Κιέβου, μεταξύ των οποίων και μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, υποστηρίζουν ότι τα έσοδα από τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας συμβάλλουν στη χρηματοδότηση του πολέμου της Μόσχας κατά της Ουκρανίας.
H νομιμότητα της συμφωνίας
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, αφορά τη νομιμότητα της συμφωνίας. Στις 9 Οκτωβρίου, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, γνωστό ως OFAC, εξέδωσε άδεια για τη διευκόλυνση των εισαγωγών ρωσικού ντίζελ, επιχειρώντας να άρει εμπόδια που απορρέουν από προηγούμενες κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Στις 16 Οκτωβρίου, ο Τραμπ εξέδωσε επίσης εκτελεστικό διάταγμα, επικαλούμενος το εθνικό συμφέρον, με το οποίο ανέστειλε την προγραμματισμένη εφαρμογή νέων δασμών που συνδέονταν με τις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.
Οι δασμοί αυτοί, οι οποίοι προβλέπονταν από νόμο που είχε υπογράψει έναν μήνα νωρίτερα, θα έφθαναν το 500% για τις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του ντίζελ, από τις 18 Οκτωβρίου.
Αμερικανικός νόμος απαγορεύει εισαγωγή ρωσικών καυσίμων
Οι συγκεκριμένες αποφάσεις δεν φαίνεται να καταργούν έναν διαφορετικό νόμο που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο το 2022 και υπογράφηκε από τον τότε πρόεδρο Τζο Μπάιντεν. Ο νόμος, με την ονομασία Ending Importation of Russian Oil Act, απαγορεύει την εισαγωγή ρωσικών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένου του ντίζελ.
Η νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης από την απαγόρευση, αλλά μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Ο πρόεδρος πρέπει να διαβουλευθεί με τις αρμόδιες επιτροπές του Κογκρέσου και να πιστοποιήσει ότι η Ρωσία έχει συμφωνήσει να αποσύρει τις δυνάμεις της από την Ουκρανία, να τερματίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και ότι δεν συνιστά άμεση απειλή για κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.
Οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν τον πυρήνα της νομικής αντιπαράθεσης. Διακομματική ομάδα μελών της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας υποστήριξε ότι η απόφαση του Τραμπ να επιτρέψει τις εισαγωγές ρωσικού ντίζελ συγκρούεται ευθέως με την ισχύουσα νομοθεσία.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής Λόιντ Ντόγκετ από το Τέξας κατηγόρησε επίσης τον πρόεδρο ότι παραβιάζει τον ομοσπονδιακό νόμο.
Παραβίαση ομοσπονδιακής νομοθεσίας
Ο Πίτερ Χάρελ, επισκέπτης ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Τζορτζτάουν, εκτίμησε ότι η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να ανατρέψει προηγούμενα εκτελεστικά διατάγματα, αλλά η άδεια του υπουργείου Οικονομικών για τις εισαγωγές ενδέχεται να παραβιάζει την ομοσπονδιακή νομοθεσία.
Ο ίδιος δήλωσε ότι, εάν συμβουλεύει αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες σχετικά με τις συγκεκριμένες εισαγωγές, θα τις προέτρεπε να τις αποφύγουν.
Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες, μεταξύ των οποίων ο γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ από τον Μισισιπή, έχουν εκφράσει αμφιβολίες για το εάν η συμφωνία θα υλοποιηθεί τελικά.
Στις 16 Οκτωβρίου, ομάδα Δημοκρατικών και ένας Ρεπουμπλικανός στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατέθεσαν νομοθετική πρόταση για να εμποδίσουν τις εισαγωγές ρωσικού ντίζελ. Η έγκρισή της, ωστόσο, θεωρείται δύσκολη λόγω της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στο Κογκρέσο, ενώ ο Τραμπ θα μπορούσε να ασκήσει βέτο σε περίπτωση που το νομοσχέδιο εγκρινόταν.
Δύσκολο να αποτραπούν οι ρωσικές εισαγωγές
Παράλληλα, ο Χάρελ εκτίμησε ότι είναι δύσκολο να αποτραπούν πρακτικά οι εισαγωγές, εφόσον ο Λευκός Οίκος αποφασίσει να προχωρήσει. Το υπουργείο Δικαιοσύνης υπό τον Τραμπ δεν αναμένεται, κατά την εκτίμησή του, να ασκήσει διώξεις για φερόμενες παραβιάσεις, ενώ οι τελωνειακές αρχές ενδέχεται να επιτρέψουν την είσοδο των φορτίων στη χώρα.
Σε ό,τι αφορά τις τιμές, ενεργειακοί αναλυτές εκτιμούν ότι η χαλάρωση της ρωσικής απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ μπορεί να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των πιέσεων στη διεθνή αγορά, χωρίς όμως να επιλύσει το πρόβλημα της προσφοράς. Η βασική αιτία της αναταραχής παραμένει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η αδυναμία λειτουργίας σημαντικού μέρους της διυλιστικής δυναμικότητας στην περιοχή.
Οι ποσότητες που έχει αναφέρει ο Τραμπ αντιστοιχούν σε σχετικά περιορισμένη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς. Επιπλέον, οι ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης παραμένουν εκτεθειμένες σε ουκρανικές επιθέσεις, γεγονός που δημιουργεί τον κίνδυνο η Μόσχα να επαναφέρει την απαγόρευση εξαγωγών.
