Η φετινή τουριστική σεζόν στις Κυκλάδες επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις για τα δύο «βαριά χαρτιά» του ελληνικού τουρισμού, τη Σαντορίνη και τη Μύκονο, ενώ η Πάρος καταγράφει μια πιο ισορροπημένη εικόνα, κερδίζοντας έδαφος σε επιμέρους αγορές. Η ανάλυση του Βασίλη Λαπαναΐτη, Managing Director της εταιρείας διαχείρισης Square Lime, δίνει το στίγμα μιας αλλαγής στον τουριστικό χάρτη, με τα «διαμάντια του στέμματος» να θολώνουν, υπό το βάρος εσωτερικών και εξωτερικών προκλήσεων.
Σαντορίνη: Από το σοκ του σεισμού στη συνεχιζόμενη πτώση
Η Σαντορίνη ξεκίνησε τη χρονιά με σοβαρό μειονέκτημα. Η σεισμική δραστηριότητα του Φεβρουαρίου «πάγωσε» τις κρατήσεις ακριβώς τη στιγμή που η σεζόν έδειχνε να ξεκινά δυναμικά. Όπως εξηγεί ο κ. Λαπαναΐτης, η αρχική πτώση στις αφίξεις έφτασε το 35-40%, με την αγορά να μαζεύεται στη συνέχεια, αλλά παραμένοντας σε αρνητικό έδαφος (-20% έως -25%). Η πτώση αυτή συμπαρέσυρε και την Ίο, η οποία κατέγραψε μείωση 10-15% στις αφίξεις.
Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ επιβεβαιώνουν την εικόνα: το διάστημα Ιανουαρίου–Ιουλίου, οι διεθνείς αφίξεις στη Σαντορίνη μειώθηκαν κατά -14,5% (348 χιλ. επιβάτες), ενώ οι αφίξεις εσωτερικού βούτηξαν ακόμη περισσότερο (-21,9%). Η Fraport κατέγραψε τον Ιούλιο πτώση -8,7% στην επιβατική κίνηση (311 χιλ. επιβάτες έναντι 341 χιλ. το 2024), ενώ στο επτάμηνο η μείωση έφτασε το -15%.
Πέρα όμως από τον σεισμό, άλλοι παράγοντες ενισχύουν το αρνητικό κλίμα. Οι υψηλές τιμές, η εμπειρία υπερτουρισμού των τελευταίων ετών, η υπερβολική δόμηση και τα σοβαρά προβλήματα υποδομών δημιουργούν αρνητική εικόνα. «Τα ξενοδοχεία αναγκάζονται να ρίξουν τις τιμές, αλλά αυτό δεν αρκεί», σημειώνει ο κ. Λαπαναΐτης. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουν τα οικονομικά καταλύματα και οι μεμονωμένες βίλες, που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις ξενοδοχειακές βίλες με υπηρεσίες».
Η μείωση στη Σαντορίνη έχει και γεωγραφική διάσταση. Οι βασικές αγορές –ΗΠΑ, Καναδάς, Κίνα– εμφανίζουν καθίζηση, ενώ η Γαλλία κατέγραψε μείωση -20%. Η μέση διάρκεια διαμονής περιορίστηκε από 3 σε 2,7 διανυκτερεύσεις, δείχνοντας μια τουριστική εμπειρία πιο βιαστική και με χαμηλότερη δαπάνη ανά επισκέπτη. Στο δεύτερο τρίμηνο του έτους, ο τζίρος των καταλυμάτων μειώθηκε κατά -22,1% και της εστίασης κατά -21%, πλήττοντας τον πυρήνα της τοπικής οικονομίας.
Μύκονος: Μείωση ζήτησης και αλλαγή τουριστικού μείγματος
Η Μύκονος βιώνει τη δική της «μετάβαση». Αν και η αρχική πτώση ήταν στο -15% με -20%, περιορίστηκε σε -5% με -10% προς το καλοκαίρι. Ωστόσο, η εικόνα παραμένει μεικτή. «Παρατηρούνται διψήφιες μειώσεις από βασικές ευρωπαϊκές αγορές, όπως Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο», τονίζει ο κ. Λαπαναΐτης. Αντίβαρο αποτελούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, που συγκρατούν την πτώση.
Τα στοιχεία δείχνουν πως η ζήτηση από το εξωτερικό παραμένει εύθραυστη. Από την αρχή της σεζόν, οι διεθνείς αφίξεις ήταν μειωμένες κατά -8%, με μικρή ανάκαμψη τον Ιούνιο (+2%). Η Ferryhopper καταγράφει σταθερότητα στις ακτοπλοϊκές κρατήσεις, ενώ οι αναζητήσεις στη Google για το νησί σημειώνουν οριακή άνοδο (+2%).
Παρ’ όλα αυτά, η τοπική αγορά μιλά για «αλλαγή τουριστικού μείγματος». Οι επισκέπτες πλέον είναι χαμηλότερου εισοδηματικού επιπέδου, γεγονός που συμπαρασύρει και τη μέση δαπάνη. «Τα σοκάκια της Χώρας δεν θυμίζουν σε τίποτα τις προηγούμενες χρονιές, με κίνηση κυρίως τα Σαββατοκύριακα», αναφέρουν επιχειρηματίες.
Η κατάσταση ενδέχεται να επιδεινωθεί λόγω του τέλους κρουαζιέρας των 20 ευρώ που ισχύει πλέον σε Σαντορίνη και Μύκονο, προκαλώντας ερωτήματα για την ημερήσια κατανάλωση των επιβατών.
Πάρος: Σταθερότητα με προοπτικές ανάπτυξης
Στον αντίποδα, η Πάρος εμφανίζει θετική εικόνα. Σύμφωνα με τον κ. Λαπαναΐτη, οι αφίξεις είναι ελαφρώς αυξημένες, ενώ τα έσοδα παραμένουν στα περσινά επίπεδα. Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ δείχνουν αύξηση +6,3% στις αφίξεις εσωτερικού, ενώ οι διεθνείς αγορές διατηρούν σταθερή παρουσία.
Η μεγάλη αλλαγή έρχεται από την αγορά των ΗΠΑ και της Αυστραλίας, που ανακαλύπτουν την Πάρο ως πιο ήρεμη και value-for-money εναλλακτική έναντι Σαντορίνης και Μυκόνου. Οι επενδύσεις σε καταλύματα και εστίαση έχουν αναβαθμίσει το τουριστικό προϊόν του νησιού, με ιδιαίτερη άνθηση στα luxury ξενοδοχεία. «Η μόνη αγορά που παρουσιάζει κάμψη είναι η Γαλλία, χωρίς όμως ανησυχητικές διαστάσεις», σημειώνει ο κ. Λαπαναΐτης.
Η Πάρος κερδίζει από τη μείωση του island hopping, καθώς όσοι ταξιδιώτες αποφεύγουν τη Σαντορίνη λόγω ανασφάλειας ή υψηλών τιμών, επιλέγουν να μείνουν περισσότερο στο νησί.
Νάξος: Ο κερδισμένος της σεζόν
Στο ίδιο μοτίβο, η Νάξος αναδεικνύεται ως ο μεγάλος κερδισμένος. Ο κ. Λαπαναΐτης καταγράφει αύξηση αφίξεων και τζίρου κατά 5-10%. Οι αφίξεις από ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία και Καναδά κινούνται σε διψήφιο ποσοστό ανόδου. Ακόμη και το Ισραήλ, που παραδοσιακά είχε χαμηλή ζήτηση, παρουσιάζει αύξηση. Αν και η μέση διάρκεια διαμονής μειώθηκε ελαφρά (από 4,8 σε 4,6 διανυκτερεύσεις), ο συνολικός όγκος επισκεπτών αυξάνεται.
Η Νάξος προσελκύει όσους αναζητούν αυθεντικότητα και καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής, χωρίς να διαθέτει τις πολυτελείς υποδομές των «ναυαρχίδων».
Οι αιτίες της «θολής εικόνας»
Οι βασικοί λόγοι για την κόπωση της Σαντορίνης και της Μυκόνου, σύμφωνα με τον κ. Λαπαναΐτη: «Από την μια είναι η μείωση της μέσης διάρκειας διαμονής και δαπάνης ανά επισκέπτη, με αποτέλεσμα χαμηλότερα έσοδα παρά τις υψηλές αφίξεις. Από την άλλη, είναι η μείωση του island hopping που έκαναν οι ξένοι τουρίστες. Η Σαντορίνη λειτουργούσε ως κόμβος για τη διασύνδεση με άλλα νησιά. Η πτώση της ζήτησης εκεί, επηρεάζει και τη ροή προς γειτονικούς προορισμούς», εξηγεί.
Στη Σαντορίνη, τα προβλήματα υποδομών οξύνουν την κρίση. Η έλλειψη σύγχρονου λιμανιού, εγκαταστάσεων για θαλαμηγούς, στελεχωμένων υπηρεσιών και υγειονομικών δομών υπονομεύει την ποιότητα του τουριστικού προϊόντος. Άλλωστε το 6ο Περιφερειακό Συνέδριο της ΠΟΞ που πραγματοποιήθηκε στη Σαντορίνη έστειλε σαφές μήνυμα: χωρίς επενδύσεις σε logistics και έργα, ο στόχος για ποιοτική και βιώσιμη ανάπτυξη 12 μήνες τον χρόνο δεν είναι εφικτός.
Όπως επισημαίνει ο κ. Λαπαναΐτης, η επόμενη ημέρα απαιτεί στρατηγική διαφοροποίηση, καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής και ουσιαστικές επενδύσεις σε υποδομές. Η διεθνής φήμη των νησιών παραμένει ισχυρή, αλλά αν δεν υπάρξει προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις των ταξιδιωτών, τα «διαμάντια του στέμματος» κινδυνεύουν να χάσουν τη λάμψη τους.