Οι πρόσφατες κακοκαιρίες δεν προκάλεσαν μόνο πλημμύρες και ζημιές, αλλά αποκάλυψαν και μια βαθύτερη αλήθεια για το πόσο άνισα θωρακισμένες είναι σήμερα οι ελληνικές υποδομές απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα. Άλλα έργα δείχνουν να αντέχουν, άλλα λειτουργούν με παρωχημένες προδιαγραφές και άλλα μένουν κυριολεκτικά ακάλυπτα, τη στιγμή που τα ακραία φαινόμενα παύουν να είναι η εξαίρεση και τείνουν να γίνουν ο κανόνας.
Συγκεκριμένα, τα μεγάλα έργα που υλοποιούνται μέσω Παραχωρήσεων και ΣΔΙΤ είναι σήμερα ασφαλισμένα τόσο στη φάση της κατασκευής όσο και στη φάση της λειτουργίας τους, με καθολική κάλυψη κινδύνων. Αντίθετα, τα αμιγώς δημόσια έργα, αφού παραδοθούν από τον εργολάβο στο Δημόσιο, δεν επανασφαλίζονται για τη λειτουργία τους. Έτσι διαμορφώνεται ένα δομικό ασφαλιστικό κενό, ακριβώς τη στιγμή που η κλιματική κρίση αυξάνει δραματικά την έκθεση των υποδομών σε κινδύνους και καθιστά κάθε νέο ακραίο φαινόμενο πιο δαπανηρό και πιο επικίνδυνο από το προηγούμενο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Διονύσης Μάτσας, UW Manager Property Energy Engineering της HDI Global SE, εξηγεί στο powergame.gr ότι το πρώτο επίπεδο κινδύνου εμφανίζεται ήδη από το εργοτάξιο. Όσα έργα βρίσκονται υπό κατασκευή είναι εκ φύσεως τα πιο εκτεθειμένα. Δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, δεν διαθέτουν τα τελικά τεχνικά τους χαρακτηριστικά και στηρίζονται σε προσωρινές λύσεις αποστράγγισης, αντιστήριξης και προστασίας. Χωματουργικές εργασίες, ανοιχτές θεμελιώσεις, πρανή χωρίς μόνιμη θωράκιση και πρόχειρες υποδομές μετατρέπονται σε σημεία υψηλού ρίσκου όταν εκδηλωθεί έντονη βροχόπτωση. Μέσα σε λίγες ώρες, ένα εργοτάξιο μπορεί να υποστεί ζημιές που καθυστερούν το έργο για μήνες και εκτοξεύουν το κόστος. Αυτή η μεταβατική, ημιτελής φάση είναι και η πιο επικίνδυνη από όλες.
Το δεύτερο και πιο σημαντικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, αφορά τα έργα που έχουν ήδη παραδοθεί και λειτουργούν κανονικά. Εκεί, το ερώτημα δεν είναι αν κατασκευάστηκαν σωστά, αλλά με ποιες παραδοχές σχεδιάστηκαν εξαρχής. Όπως εξηγεί ο κ. Μάτσας: «Κάθε τεχνικό έργο βασίζεται σε συγκεκριμένα μοντέλα και στατιστικά δεδομένα. Όπως υπάρχουν αντισεισμικοί κανονισμοί για τα κτίρια, έτσι υπάρχουν και προδιαγραφές για τα υδραυλικά έργα, τη διαχείριση ομβρίων και την αντιπλημμυρική προστασία. Οι μελέτες αυτές όμως στηρίζονται σε υπολογισμούς για το τι θεωρείται «ακραίο» φαινόμενο. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό που πριν από 20 ή 30 χρόνια θεωρούνταν ακραίο, σήμερα τείνει να γίνεται συνηθισμένο. Σε πολλές περιοχές, ο σχεδιασμός βασίστηκε σε μηνιαία ύψη βροχής που πλέον μπορούν να πέσουν μέσα σε μία μόνο ημέρα ή ακόμη και σε λίγες ώρες. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν τόσο ραγδαία, τα κρίσιμα μεγέθη σχεδιασμού απλώς δεν επαρκούν πια».
Μελέτες με «ημερομηνία λήξης»
Όπως προσθέτει: «Σε μεγάλο μέρος της χώρας, τα έργα έχουν σχεδιαστεί με βάση στατιστικά στοιχεία 50ετίας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι αυτά τα στοιχεία είναι παλιά, αλλά και ότι συχνά καλύπτουν περιόδους που τελειώνουν γύρω στο 2010. Αυτό σημαίνει ότι τα πιο έντονα φαινόμενα των τελευταίων 10 με 15 ετών δεν αποτυπώνονται επαρκώς στα μοντέλα σχεδιασμού. Έτσι δημιουργείται μια επικίνδυνη απόκλιση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις παραδοχές πάνω στις οποίες λειτουργούν οι υποδομές. Οι βάσεις δεδομένων ανανεώνονται αργά, οι μελέτες δύσκολα επικαιροποιούνται και τα έργα συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον πολύ πιο επιθετικό από αυτό για το οποίο είχαν αρχικά σχεδιαστεί».
Τα μεγάλα έργα αντέχουν περισσότερο, αλλά όχι για πάντα
Στα μεγάλα έργα υποδομής, και ειδικά στους αυτοκινητόδρομους και τις μεγάλες παραχωρήσεις, εφαρμόζονται ήδη αυξημένοι συντελεστές ασφαλείας. Εκεί τα περιθώρια αντοχής είναι μεγαλύτερα, οι προδιαγραφές αυστηρότερες και τα τεχνικά χαρακτηριστικά πιο «γενναιόδωρα» σε σχέση με τα μικρά, τοπικά έργα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτα. Η ένταση και η συχνότητα των φαινομένων αυξάνονται ταχύτερα από τον ρυθμό με τον οποίο αναθεωρούνται οι τεχνικοί κανονισμοί και όσο πιο δύσκολο γίνεται να προβλέψει κανείς το επόμενο ακραίο γεγονός, τόσο μεγαλώνει και η αβεβαιότητα για το αν ακόμη και τα καλύτερα σχεδιασμένα έργα θα αντέξουν χωρίς ζημιές.
Οι αποζημιώσεις δείχνουν την τάση
Οι αριθμοί των τελευταίων ετών είναι αποκαλυπτικοί. Μέσα στην τελευταία πενταετία καταβλήθηκαν περίπου 680 εκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις για ασφαλισμένες ζημιές, σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων. Από αυτά, σχεδόν 500 εκατομμύρια αφορούν μόνο τα δύο τελευταία χρόνια, με κορυφαίο παράδειγμα μια καταστροφική κακοκαιρία του Daniel στη Θεσσαλία που προκάλεσε πρωτοφανείς καταστροφές.
Αν συγκριθούν αυτά τα ποσά με τη συνολική εικόνα των τελευταίων 30 ετών, όπου οι ασφαλισμένες ζημιές φτάνουν περίπου τα 800 εκατομμύρια ευρώ, γίνεται σαφές ότι η επιδείνωση είναι ραγδαία. Η αύξηση αυτή οφείλεται αφενός στην ένταση των φαινομένων και αφετέρου στο γεγονός ότι σήμερα περισσότερα ακίνητα και έργα είναι ασφαλισμένα από ό,τι στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, το λεγόμενο ασφαλιστικό κενό παραμένει τεράστιο. Οι πραγματικές ζημιές στην οικονομία είναι πολλαπλάσιες από εκείνες που αποζημιώνονται, και αυτό αφορά όχι μόνο κατοικίες και επιχειρήσεις, αλλά και έργα υποδομής.
Υποχρεωτική ασφάλιση στην κατασκευή
Σύμφωνα με τον κ. Μάτσα: «Σε επίπεδο νομοθεσίας, όλα τα δημόσια έργα υποχρεωτικά ασφαλίζονται στη φάση της κατασκευής τους. Εκεί το πλαίσιο είναι ξεκάθαρο και λειτουργεί σχετικά καλά. Το πρόβλημα ξεκινά όταν το έργο παραδοθεί. Όσα έργα λειτουργούν μέσω παραχωρησιούχων ή ΣΔΙΤ συνεχίζουν να ασφαλίζονται και στη λειτουργία τους. Όσα όμως παραμένουν καθαρά δημόσια, περνούν σε ένα καθεστώς μηδενικής ασφαλιστικής κάλυψης. Με απλά λόγια, την ώρα που αρχίζουν να χρησιμοποιούνται από πολίτες και εκτίθενται καθημερινά σε κινδύνους, μένουν χωρίς δίχτυ ασφαλείας».
Η προμελέτη ως χαμένη ευκαιρία
Στο ίδιο πλαίσιο προβληματισμού για την ανθεκτικότητα και την αξιοπιστία των υποδομών, ο Γενικός Γραμματέας του ΣΕΓΜ, κ. Γεώργιος Ντούλης, έβαλε στο επίκεντρο τον ρόλο της προμελέτης και της σωστής ωρίμανσης των έργων. Μιλώντας στο 6ο ΣΔΙΤ Forum, αναφέρθηκε τόσο στα μεγάλα έργα που σχεδιάζονται στην Αττική όσο και στους κινδύνους που ανακύπτουν ήδη από το αρχικό στάδιο του σχεδιασμού.
Όπως επισήμανε, ο περιορισμός των κινδύνων ωρίμανσης προϋποθέτει βασικές αρχές, όπως η ύπαρξη πλήρων και σαφών δεδομένων για τον σχεδιασμό, η διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων, η αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων και ο αποτελεσματικός συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Οι διαδικασίες ωρίμανσης αποτελούν ένα από τα πιο κρίσιμα στάδια στην πορεία ενός έργου, καθώς σε αυτές εμφανίζονται συχνά σοβαρά προβλήματα που επηρεάζουν τόσο τα χρονοδιαγράμματα όσο και το κόστος. Η έγκαιρη και σωστή αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων από τη φάση της προμελέτης είναι απαραίτητη, ώστε η δημοπράτηση να μην οδηγηθεί σε μεγάλες καθυστερήσεις ή σε επανασχεδιασμούς.
Στο στάδιο της προμελέτης εντοπίζονται συχνά ελλείψεις στα πρωτογενή στοιχεία. Τοπογραφικά, γεωτεχνικά και κυκλοφοριακά δεδομένα εκτελούνται πολλές φορές σε περιορισμένη κλίμακα για λόγους κόστους. Παράλληλα, παρατηρείται ασαφής καθορισμός απαιτήσεων και λειτουργικών προδιαγραφών, οι οποίες συχνά συντάσσονται την τελευταία στιγμή, με προσθήκες ή αφαιρέσεις που μεταβάλλουν το πλαίσιο του έργου.