Ελλάδα-Ινδία: Η ανύπαρκτη οικονομική συνεργασία με τις μεγάλες προοπτικές

Οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών αντιστοιχούν στο 0,05% των συνολικών εισαγωγών της Ινδίας. Κλειδί ο τομέας των υπηρεσιών. Ο διάδρομος IMEC

Συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρωθυπουργό της Ινδίας Narendra Modi στο Μέγαρο Μαξίμου@Eurokinissi

Μικρές έως ασήμαντες είναι οι εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις της χώρας μας με την Ινδία. Το εμπόριο των δύο χωρών δεν φτάνει τα 2 δισ. ευρώ, ενώ οι ροές επενδύσεων από και προς την Ινδία είναι σχεδόν μηδαμινές. Επίσης, μόλις 53.000 Ινδοί επισκέφθηκαν την Ελλάδα το 2024, παρ’ όλο που οι αριθμοί, χρόνο με τον χρόνο, είναι συνεχώς αυξανόμενοι.

Τα στοιχεία που παρουσίασε το Γραφείο Οικονομικών Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Νέο Δελχί στο τέλος του περασμένου έτους παρουσιάζουν την ένδεια οικονομικών σχέσεων μεταξύ Αθήνας και Νέου Δελχί. Ως προμηθευτής αγαθών της Ινδίας η Ελλάδα κατατάσσεται στην 70ή θέση μεταξύ των χωρών που διαθέτουν αγαθά στη μεγάλη αυτή ασιατική χώρα.

Η αξία των εξαγωγών αγαθών από την Ελλάδα προς την Ινδία πέρυσι (αφορά την περίοδο Απριλίου 2024-Μαρτίου 2025) δεν ξεπέρασαν τα 300 εκατ. ευρώ, σε μια χώρα που εισάγει αγαθά αξίας 650 δισ. ευρώ. Οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών, δηλαδή, αντιστοιχούν στο 0,05% των συνολικών εισαγωγών της Ινδίας.

Ινδία: Μεταφορές και πετρέλαιο τα κύρια εξαγωγικά ατού της Ελλάδας

Καλύτερη είναι η κατάσταση στον τομέα υπηρεσιών, όπου οι ελληνικές επιχειρήσεις -κυρίως εφοπλιστικές- παρείχαν το 2024-25 προς την ασιατική χώρα υπηρεσίες αξίας 640 εκατ. ευρώ. Οι εισπράξεις όμως αυτές αντιστοιχούν στο 0,4% των εισαγωγών υπηρεσιών που λαμβάνει η ασιατική χώρα από το εξωτερικό. Κι εδώ, όμως, η κατάταξη της χώρας μας είναι ασήμαντη, καθώς η Ινδία εισάγει κάθε χρόνο υπηρεσίες της τάξης των 170 δισ. ευρώ.

Η Ελλάδα εξάγει στις Ινδίες κυρίως μεταφορές (θαλάσσιες) και δευτερευόντως πετρέλαιο και παράγωγά του. Σχεδόν το 50% των εξαγωγών της χώρας μας είναι εισπράξεις από υπηρεσίες μεταφορών, ενώ ένα επιπλέον 20% προέρχεται από πετρέλαιο και άλλα είδη πετρελαίου. Το υπόλοιπο 30% κατανέμεται σε διάφορα άλλα αγαθά (μηχανές, πολύτιμοι λίθοι, φάρμακα κ.ά.) και υπηρεσίες (ταξίδια ~80 εκατ. ευρώ).

Πέρυσι το εξωτερικό εμπόριο της χώρας με την Ινδία υπέστη σημαντικό πλήγμα, καθώς μειώθηκαν δραστικά οι εξαγωγές αγαθών (περίπου 60%). Η μείωση αυτή αποδόθηκε αποκλειστικά στη μείωση εξαγωγών πετρελαιοειδών, που περιορίσθηκαν κατά περίπου 70%. Ανήλθαν σε 196 εκατ. ευρώ, από 620 εκατ. ευρώ που ήταν στη χρήση 2023-24.

Οι συνολικές εξαγωγές της χώρας μας προς την Ινδία μειώθηκαν από 762 εκατ. ευρώ την περίοδο 2023-24 σε 329 εκατ. ευρώ την περίοδο 2024-25. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι ελληνικές εξαγωγές διατηρήθηκαν σταθερές. Στα τρόφιμα παρατηρήθηκε πολύ μικρή αύξηση της αξίας, με βασικό όχημα την κορινθιακή σταφίδα, η οποία σχεδόν διπλασίασε τις εξαγωγές της.

Σύμφωνα με το Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων (ΓΟΕΥ) του Νέου Δελχί, εξαιρουμένων των καυσίμων, η εικόνα των εξαγωγών είναι ενθαρρυντική σε συγκεκριμένους τομείς. Τα προϊόντα κυκλικής οικονομίας (scrap αλουμινίου, χαλκού, χαρτιού) αποτελούν πλέον τη ραχοκοκαλιά των ελληνικών εξαγωγών, τροφοδοτώντας την ινδική βιομηχανία.

Ιδιαίτερα θετική είναι η πορεία του μαρμάρου (+33%) και της κορινθιακής σταφίδας (+85%), η οποία κερδίζει μερίδια αγοράς έναντι ανταγωνιστικών προϊόντων. Αντίθετα, τα ακτινίδια και τα μήλα πιέζονται, απαιτώντας καλύτερη προώθηση και φυτοϋγειονομική διπλωματία.

Ποντάροντας στις υπηρεσίες

Από την άλλη πλευρά, οι εισαγωγές αγαθών από την Ινδία στην Ελλάδα παρέμειναν σταθερές στα 900 εκατ. ευρώ, με κυριότερα προϊόντα το αργίλιο, τα οργανικά χημικά, τον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό και τα φάρμακα.

Εκεί που υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης των εξαγωγών είναι στον τομέα των υπηρεσιών. Πέραν των υπηρεσιών μεταφορών που παρέχονται από ελληνικές επιχειρήσεις, τόσο ο τουρισμός όσο και οι άλλες υπηρεσίες (τηλεπικοινωνίες, πληροφορική κ.λπ.) κινούνται σε ασήμαντα επίπεδα. Οι τουριστικές εισπράξεις από την Ινδία αντιστοιχούν στο 0,3% του συνόλου της χώρας. Επίσης, μόνον 53.000 εξεζητημένοι Ινδοί επισκέφθηκαν το 2024 την Ελλάδα και κυρίως τη Σαντορίνη, μέσα σε ένα σύνολο 33 εκατ. ξένων επισκεπτών.

Η κατάσταση αυτή πιθανόν ν’ αλλάξει στο επόμενο διάστημα μετά την έναρξη των απευθείας πτήσεων από την Ινδία στην Ελλάδα της εταιρείας Indigo. «Η ανακοίνωση της έναρξης απευθείας πτήσεων από τις εταιρείες IndiGo και Aegean για το 2026 αποτελεί game changer. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να εκτινάξει τις τουριστικές ροές και να διευκολύνει καθοριστικά την επιχειρηματική κινητικότητα, καλύπτοντας το σημαντικότερο κενό στη διμερή συνδεσιμότητα», αναφέρει το ΓΟΕΥ του Νέου Δελχί.

Μηδενικές ξένες άμεσες επενδύσεις

Ταυτόχρονα, σε μηδενικά επίπεδα κινούνται και οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (ΞΑΕ) τόσο από την Ινδία προς τη χώρα μας όσο και αντίστροφα. Το απόθεμα των ΞΑΕ στην Ελλάδα, αν και αυξανόμενο χρόνο με τον χρόνο, το 2024 ανήλθε σε μόλις 40 εκατ. ευρώ, ενώ το ελληνικό απόθεμα στην Ινδία μόλις που φτάνει τα… 4 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με το ΓΟΕΥ του Νέου Δελχί, η εμβληματικότερη επένδυση είναι η συμμετοχή της ινδικής GMR Airports Ltd. στην κοινοπραξία για την κατασκευή και διαχείριση του νέου Διεθνούς Αερολιμένα στο Καστέλλι Κρήτης. Επίσης, ινδική επιχειρηματική παρουσία συνιστά τόσο η επένδυση του όμιλου Switz Group (που συνδέεται με τον ινδικό όμιλο Britannia) στον κλάδο τροφίμων και αρτοποιίας στην Ελλάδα, αλλά και της UPL Hellas (θυγατρική της ινδικής πολυεθνικής United Phosphorous Limited), που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά αγροχημικών, καλύπτοντας σημαντικό μερίδιο της ελληνικής αγροτικής παραγωγής.

Παράλληλα, παρατηρείται αύξηση του ενδιαφέροντος για την ελληνική αγορά ακινήτων μέσω του προγράμματος Golden Visa, με τις αγορές από Ινδούς επενδυτές να σημειώνουν άνοδο.

Από την άλλη πλευρά, μια σειρά από ελληνικές επιχειρήσεις «βλέπουν» στην Ινδία. «Παρά τα χαμηλά λογιστικά μεγέθη», αναφέρει το ΓΟΕΥ του Ν. Δελχί, «υπάρχει ουσιαστική δραστηριότητα από εταιρείες όπως η Pharmathen S.A. στον φαρμακευτικό κλάδο, η Alumil India στα συστήματα αλουμινίου και η Frigoglass, ενώ έντονο ενδιαφέρον καταγράφεται για περαιτέρω διείσδυση στους τομείς των τροφίμων (ελαιόλαδο, φέτα, κρασί) και των δομικών υλικών», αναφέρει το σημείωμα της ελληνικής πρεσβείας στο Ν. Δελχί.

Ο διάδρομος IMEC

Τα προαναφερόμενα μεγέθη συνιστούν «σταγόνα στον ωκεανό» των εισαγωγών της Ινδίας και των ΞΑΕ που πραγματοποιεί στον πλανήτη. Την περίοδο 2024-25 η χώρα είχε ένα εξωτερικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών που έφτασε το 1,5 τρισ. ευρώ, με το 1‰ να σχετίζεται με την Ελλάδα. Επίσης, η χώρα διαθέτει ένα απόθεμα ξένων επενδύσεων ύψους 220 δισ. ευρώ, εκ των οποίων μόλις 40 εκατ. ευρώ βρίσκονται τοποθετημένα στην Ελλάδα.

Τα περιθώρια, επομένως, είναι μεγάλα και προς την κατεύθυνση αυτήν μπορεί να συμβάλει καθοριστικά ο νέος Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC – India-Middle East-Europe Economic Corridor), που ανακοινώθηκε στη Σύνοδο των G20 στο Νέο Δελχί το 2023. Ο διάδρομος αυτός αποτελεί τη φιλόδοξη γεωοικονομική απάντηση της Ινδίας και της Δύσης στην κινεζική Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (BRI – Belt and Road Initiative).

Ο IMEC σχεδιάστηκε ως ένα πολυτροπικό δίκτυο πλοίων και σιδηροδρόμων (ship-to-rail), που θα συνδέει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας, της Ιορδανίας και του Ισραήλ. Στόχος είναι η μείωση του χρόνου μεταφοράς εμπορευμάτων κατά 40% και του κόστους logistics κατά 30% σε σύγκριση με τη συμβατική διαδρομή μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Η Ελλάδα αναγνωρίζεται ρητά στον σχεδιασμό του IMEC ως η στρατηγική «Πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη».