Κατεβάζει τον πήχη των προσδοκιών για σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα και εμμέσως στον δημόσιο τομέα η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ). Και αυτό γιατί εκτιμά πως έχει χαλαρώσει η στενότητα στην αγορά εργασίας, καθώς έχουν μειωθεί τελευταία οι κενές θέσεις εργασίας, ενώ ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να πέφτει τα επόμενα χρόνια. Για τους δύο αυτούς λόγους θα μειωθούν οι πιέσεις για τόσο μεγάλες αυξήσεις στον μέσο μισθό όσο εκείνες που δόθηκαν τα περασμένα χρόνια.
Σύμφωνα με το πόρισμα, το οποίο απέστειλε στο υπουργείο Εργασίας η ΤτΕ -στο πλαίσιο της διαβούλευσης για τον ανακαθορισμό του κατώτατου μισθού- προβλέπει πως οι αυξήσεις που θα δοθούν φέτος και το 2027 θα είναι χαμηλότερες σε σχέση με το 2024 και το 2025, ενώ προτείνει «συνετή αύξηση των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων μέχρι 4% από την 1η Απριλίου 2026».
Συγκεκριμένα, σε σχέση με τη συνολική πορεία των αμοιβών ανά μισθωτό, το πόρισμα της ΤτΕ, τα βασικά σημεία του οποίου παρουσιάζει κατ’ αποκλειστικότητα το powergame.gr, προβλέπει πως:
- Για το 2025 και το 2026 προβλέπεται επιβράδυνση της αύξησης των αμοιβών ανά μισθωτό σε σχέση με το 2024, που θα οδηγήσει και σε αντίστοιχη επιβράδυνση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, καθώς παρατηρείται χαλάρωση της στενότητας στην αγορά εργασίας, ενώ και η προβλεπόμενη υποχώρηση του πληθωρισμού αναμένεται να μειώσει τις πιέσεις.
- Οι αμοιβές ανά μισθωτό αναμένονται να αυξηθούν κατά 4,3% το 2026 και 2027.
Ο χαμηλός πήχης των εκτιμήσεων της ΤτΕ για αυξήσεις «παίζει», παρά την επικείμενη εφαρμογή του νομοσχεδίου περί «Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για την Ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας».
Χαλαρώνει η στενότητα στην αγορά εργασίας
Αναλυτικά, σε σχέση με τον πρώτο ανασταλτικό παράγοντα σημαντικής αύξησης των μισθών (σ.σ. χαλάρωση της στενότητας της αγοράς εργασίας), το ίδιο πόρισμα της ΤτΕ αναφέρει πως «η επιβράδυνση του κόστους εργασίας που παρατηρήθηκε το εννεάμηνο του 2025 οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στην επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της στενότητας στην αγορά εργασίας (labour market tightness)».
Το ίδιο πόρισμα εξηγεί πως «συνολικά, η αγορά εργασίας φαίνεται να χαρακτηρίζεται από ηπιότερη στενότητα το πρώτο εννεάμηνο του 2025, καθώς το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας μειώθηκε σε 1,7% το πρώτο εννεάμηνο του 2025, έναντι 2,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Ειδικότερα, τα υψηλότερα ποσοστά στενότητας καταγράφονται στους κλάδους των κατασκευών (3,8%), των καταλυμάτων και εστιατορίων (3,3%), της μεταποίησης (2,0%) και των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων (3,5%). Τα χαμηλότερα ποσοστά στενότητας κατέγραψαν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, τα ορυχεία και μεταλλεία και η εκπαίδευση».
Παρακάτω τονίζεται πως «αν συνεχιστεί, η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της στενότητας στην αγορά εργασίας θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση των μισθολογικών πιέσεων και σε πιο αποτελεσματική κάλυψη των αναγκών των επιχειρήσεων. Το μισθολογικό κόστος το 2026 αναμένεται να επηρεαστεί ανοδικά και από άλλους παράγοντες, πέρα από την αύξηση του κατώτατου μισθού τον Απρίλιο του 2025. Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 5163/2024 (ΦΕΚ Α’ 199/6.12.2024), οι βασικοί μισθοί των μισθολογικών κλιμακίων του προσωπικού του δημόσιου τομέα, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί την 31η/12/2025, προσαυξάνονται ισόποσα με την εκάστοτε ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού. Επίσης, το 2026 μισθωτοί που είχαν προϋπηρεσία πριν από το 2012 αναμένεται να λάβουν το επίδομα προϋπηρεσίας (τριετίες). Για το σύνολο των μισθωτών που προσλήφθηκαν μετά το 2012, καθώς και για όσους ξεκίνησαν να εργάζονται την 1η/1/2024, η συμπλήρωση της πρώτης τριετίας (+10%) τοποθετείται το 2027».
Πέφτουν οι ρυθμοί του πληθωρισμού
Όσον αφορά τον δεύτερο ανασταλτικό παράγοντα σημαντικής αύξησης των μισθών (τη χαλάρωση του πληθωρισμού), η ΤτΕ στο πόρισμά της αναφέρει πως «σύμφωνα με τις διαθέσιμες προβλέψεις δεν υπάρχουν καθόλου περιθώρια πρόκλησης πρόσθετου εγχώριου πληθωρισμού HICP στην Ελλάδα το 2026, καθώς αυτός είναι ήδη υψηλότερος από εκείνον στη ζώνη του ευρώ, δηλαδή προβλέπεται ήδη επιδείνωση στην ανταγωνιστικότητα ως προς τις σχετικές τιμές, τουλάχιστον έναντι των εμπορικών εταίρων της ζώνης του ευρώ».
Και είναι γι’ αυτό που «μια συνετή αύξηση των αμοιβών η οποία δεν θα επιδεινώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και ταυτόχρονα θα διαφυλάξει την αγοραστική δύναμη των μισθωτών προϋποθέτει ότι η όποια αύξηση θα πρέπει να καλύπτει τον αναμενόμενο πληθωρισμό και την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Δεδομένου ότι η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο ρυθμός μεταβολής του ΕνΔΤΚ το 2026 θα κυμανθεί στο 2,1% και η παραγωγικότητα της εργασίας θα αυξηθεί κατά 1,0%, μια συνετή αύξηση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να προσεγγίζει το άθροισμά τους. Δεδομένου ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα προκαλέσει διάχυση της αύξησης στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, καθώς, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, για κάθε ποσοστιαία μονάδα αύξησης του κατώτατου μισθού ο μέσος μισθός ανά εργαζόμενο αυξάνεται κατά περίπου 0,5%, κρίνεται ότι υπάρχει περιθώριο για μια συνετή αύξηση των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων μέχρι 4% από την 1η Απριλίου 2026».
Ειδικότερα, η ΤτΕ σημειώνει πως «σύμφωνα με αυτό το σενάριο, οι μισθωτοί θα λάβουν αύξηση που θα καλύπτει τον αναμενόμενο πληθωρισμό, αλλά και θα έχουν αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματός τους, η οποία θα είναι ακόμη μεγαλύτερη στους πιο χαμηλόμισθους, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και μειώνοντας τις εισοδηματικές ανισότητες. Παράλληλα, δεν θα επιδεινωθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, καθώς ο ρυθμός μεταβολής του μοναδιαίου κόστους εργασίας αναμένεται να κυμανθεί στα ίδια ή οριακά χαμηλότερα επίπεδα με τον αντίστοιχο μέσο όρο της ευρωζώνης. Στον αντίποδα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαπίστωση από την επεξεργασία των στοιχείων ότι στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις το ποσοστό εργαζομένων που λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό είναι σημαντικά μικρότερο του γενικού μέσου όρου. Οι εξωστρεφείς, όμως, επιχειρήσεις, δηλαδή εκείνες που εξάγουν περισσότερο και είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό τιμών και κόστους, είναι σχετικά μεσαίου μεγέθους και μεγάλες».
«Σε αυτές τις επιχειρήσεις οποιαδήποτε θεσμοθέτηση αύξησης του κατώτατου μισθού έχει σχετικά μικρότερη επίπτωση στο σύνολο της μισθολογικής τους δαπάνης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει, μέσω της αύξησης της προσφοράς εργασίας, να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος της αύξησης των μισθών που μπορεί να προκληθεί από την αύξηση της στενότητας στην αγορά εργασίας», καταλήγει η ΤτΕ.