Η Ελλάδα αλλάζει παραγωγικό μοντέλο: Τουρισμός και εξαγωγές χέρι χέρι

Μια νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ δείχνει ότι η Ελλάδα αναπτύσσει ταυτόχρονα μεταποίηση, εξαγωγές και τουρισμό

Τουρισμός, Ελλάδα © Freepik

Μια νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ επαναφέρει τη συζήτηση για την ελληνική οικονομία σε πιο νηφάλια βάση, αμφισβητώντας το κυρίαρχο αφήγημα της «οικονομίας του καφέ» και αποκαλύπτοντας μια μετατόπιση της χώρας προς ένα πιο εξωστρεφές παραγωγικό πρότυπο. Παρά τις εμφανείς αδυναμίες και δυσλειτουργίες, τα στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας δείχνουν ανάπτυξη που συνδυάζει τουρισμό, εξαγωγές, μεταποίηση και διεθνώς ανταγωνιστική γεωργία.

Μετασχηματισμός του παραγωγικού μοντέλου

Σύμφωνα με τη μελέτη «Η ελληνική οικονομία χωρίς στερεότυπα: παραγωγικό υπόδειγμα και τουρισμός», η Ελλάδα κινείται σταδιακά προς ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα. Μετά το 2015, οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό +7,8%, ξεπερνώντας τόσο τις τουριστικές εισπράξεις (+4,8%) όσο και την αύξηση του ΑΕΠ (+3,4%). Παράλληλα, η μεταποιητική παραγωγή ενισχύεται σταθερά με ρυθμό +3% (2013–2024), ενώ η απασχόληση στον κλάδο αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό +2,3%, διπλάσιο από τον μέσο ρυθμό της συνολικής απασχόλησης (+1,1%). Οι επενδύσεις σε μηχανολογικό, μεταφορικό και τεχνολογικό εξοπλισμό καταγράφουν μέσο ετήσιο ρυθμό +8,8%, υποδηλώνοντας στρατηγική ενίσχυση των παραγωγικών υποδομών.

Στον αγροδιατροφικό τομέα, η βελτίωση είναι επίσης εμφανής: από έλλειμμα €3 δισ. το 2008, καταγράφεται πλεόνασμα €460 εκατ. το 2023, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, αποδεικνύοντας την αναπτυξιακή δυναμική ενός κλάδου που συχνά παραβλέπεται στις δημόσιες συζητήσεις.

Τουρισμός: Πλεονέκτημα, όχι μονοκαλλιέργεια

Ο τουρισμός παραμένει κρίσιμο συγκριτικό πλεονέκτημα, αλλά η μελέτη τονίζει ότι η ανάπτυξή του δεν γίνεται εις βάρος άλλων κλάδων. Οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης δημιούργησαν περίπου το 19% των νέων θέσεων εργασίας μετά το 2013: σημαντικό ποσοστό, αλλά μακριά από το «σχεδόν οι μισές» που συχνά αναφέρεται στην επικαιρότητα.

Η παραγωγικότητα επίσης εμφανίζει θετική τάση σε περιόδους κανονικότητας: μεταξύ 2017-2019 αυξήθηκε με +1,23% και μεταξύ 2021–2025 με +1,9%, παράλληλα με την ενίσχυση της απασχόλησης. Αυτό δείχνει ότι η οικονομία δεν είναι μόνο τουριστική και χαμηλής παραγωγικότητας, όπως συχνά παρουσιάζεται.

Εμπορικό ισοζύγιο και διεθνής ανταγωνιστικότητα

Η μελέτη αποσαφηνίζει ότι το εμπορικό έλλειμμα δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη «παραγωγικής αποτυχίας». Συνδέεται με τα υπόλοιπα ισοζύγια πληρωμών, κυρίως τις υπηρεσίες και τις καθαρές εισροές κεφαλαίων. Η αύξηση των εισαγωγών είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των θετικών εξωτερικών ισοζυγίων υπηρεσιών και κεφαλαίων, ενώ οι εξαγωγές αγαθών εμφανίζουν ισχυρή ανοδική δυναμική. Η Πραγματική Σταθμισμένη Συναλλαγματική Ισοτιμία (REERULC) καταγράφει υποτίμηση -32,9% σε σχέση με το 2009, ενισχύοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Από τα στερεότυπα στην ακριβή διάγνωση

Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, τόνισε: «Η ελληνική οικονομία βρίσκεται ακόμη στο αρχικό στάδιο μιας σημαντικής αναδιάρθρωσης. Υφίστανται σοβαρές αδυναμίες, αλλά το αφήγημα της “οικονομίας του καφέ” δεν βοηθά στη χάραξη πολιτικής. Η πρόκληση είναι να κεφαλαιοποιήσουμε τα πραγματικά επιτεύγματα της τελευταίας δεκαετίας και να αντιμετωπίσουμε τα σημαντικά προβλήματα με ρεαλισμό».

Η μελέτη καταδεικνύει ότι η Ελλάδα δεν είναι μια οικονομία περιορισμένη σε τουρισμό και εστίαση, αλλά μια χώρα που αναπτύσσει ταυτόχρονα εξαγωγές, μεταποίηση και διεθνώς ανταγωνιστική γεωργία. Η δημόσια συζήτηση, για να είναι ουσιαστική, πρέπει να αποδεσμευτεί από τα στερεότυπα και να στηριχθεί σε ακριβή στοιχεία. Ο τουρισμός, ως συγκριτικό πλεονέκτημα, μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, αντί να καλύπτει δομικές αδυναμίες.

Η Ελλάδα φαίνεται να κινείται σταθερά προς ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα, όπου η στρατηγική αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και η ενίσχυση των εξωστρεφών κλάδων μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια πιο βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη.