Στο τραπέζι της προχθεσινής συνάντησης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα τέθηκε, μεταξύ άλλων, και το ενδεχόμενο συνεργασίας ελληνικών και τουρκικών κατασκευαστικών εταιρειών, με στόχο τη διεκδίκηση διεθνών συμβολαίων για την ανοικοδόμηση της Γάζας και της Συρίας. Πρόκειται για μια συζήτηση που βρίσκεται ακόμη σε εξαιρετικά πρώιμο στάδιο, ωστόσο κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι ανοίγει ένα νέο πεδίο επιχειρηματικών και γεωοικονομικών ευκαιριών για τις δύο χώρες, σε περιοχές όπου οι ανάγκες για έργα υποδομών είναι τεράστιες και πολυεπίπεδες.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή συγκεκριμένα έργα, χρονοδιαγράμματα ή σχήματα χρηματοδότησης στο τραπέζι. Υπάρχει, όμως, μια σαφής πολιτική βούληση να διερευνηθούν δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και τουρκικών εργοληπτικών ομίλων, ώστε να διαμορφωθούν κοινά σχήματα (consortia) που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν διεθνή συμβόλαια σε αγορές υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλής αναπτυξιακής δυναμικής.
Την πρόθεση αυτή επιβεβαίωσε χθες και ο υφυπουργός Εξωτερικών, Χάρης Θεοχάρης, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό «Παραπολιτικά 90,1». Όπως ανέφερε, «συμφωνήσαμε να γίνουν δύο business forum, ένα στην Κωνσταντινούπολη και ένα στην Αθήνα, το επόμενο χρονικό διάστημα, ώστε να ενισχύσουμε τους τομείς στους οποίους οι ελληνικές και οι τουρκικές επιχειρήσεις συνεργάζονται». Ο κ. Θεοχάρης σημείωσε ότι ο πρόεδρος Ερντογάν αναφέρθηκε ειδικά στον κατασκευαστικό τομέα, υπογραμμίζοντας πως οι τουρκικές εταιρείες είναι από τις μεγαλύτερες διεθνώς, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά την Κίνα στα διεθνή συμβόλαια, και ότι υπάρχει διάθεση να δημιουργηθούν κοινοπραξίες με ελληνικές εταιρείες για τη διεκδίκηση έργων στο εξωτερικό. «Θα δώσουμε τη δυνατότητα στις εταιρείες και στους επιχειρηματίες να εξετάσουν αυτές τις ευκαιρίες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από τη Γάζα στη Συρία: Οι «λογαριασμοί» της ανοικοδόμησης και οι πρώτες προτεραιότητες
Οι αριθμοί που συνοδεύουν την ανοικοδόμηση τόσο στη Γάζα όσο και στη Συρία έχουν αρχίσει να αποκτούν πιο σαφή μορφή τα τελευταία χρόνια, μέσα από αποτιμήσεις διεθνών οργανισμών. Δεν πρόκειται ακόμη για πλήρως ωριμασμένα επενδυτικά σχέδια, με αναδόχους και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, αλλά για συστηματικές εκτιμήσεις ζημιών και αναγκών, οι οποίες λειτουργούν ως βάση αναφοράς για κυβερνήσεις, διεθνείς δωρητές και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Στη Γάζα, το σημείο καμπής ήρθε με την κοινή εργασία της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρώτη ενδιάμεση αποτίμηση ζημιών (Interim Damage Assessment), που δημοσιεύθηκε την άνοιξη του 2024, εκτίμησε ότι οι άμεσες ζημιές σε φυσικές δομές ανέρχονται σε περίπου 18,5 δισ. δολάρια έως τα τέλη Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των ζημιών, καθώς περίπου το 72% αφορά κατοικίες, αναδεικνύοντας τον έντονα αστικό και στεγαστικό χαρακτήρα της καταστροφής.
Τον Φεβρουάριο του 2025, οι ίδιοι φορείς (Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΗΕ, ΕΕ) δημοσίευσαν μια νέα ενδιάμεση έκθεση για τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, στην οποία δεν καταγράφονται μόνο οι ζημιές, αλλά και τι χρειάζεται να γίνει από εδώ και πέρα. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, η ανοικοδόμηση και η οικονομική ανάκαμψη θα κοστίσουν συνολικά 53,2 δισ. δολάρια μέσα σε περίπου δέκα χρόνια, ενώ τα πρώτα 20 δισ. δολάρια απαιτούνται μέσα στην πρώτη τριετία.
Αυτά τα πρώτα χρόνια θεωρούνται κρίσιμα, γιατί τότε πρέπει να ξαναστηθούν τα βασικά, όπως σπίτια για τον κόσμο, νερό και αποχέτευση, ηλεκτρικό ρεύμα, τηλεπικοινωνίες, σχολεία και νοσοκομεία, αλλά και παρεμβάσεις που θα δώσουν δουλειά και εισόδημα στον πληθυσμό. Πριν προχωρήσουν τα μεγάλα έργα, χρειάζεται επίσης καθαρισμός ερειπίων και αντιμετώπιση επικίνδυνων αποβλήτων, ώστε οι περιοχές να γίνουν ξανά ασφαλείς και λειτουργικές.
Παράλληλα, άλλες αποτιμήσεις ανεβάζουν ακόμη ψηλότερα τον πήχη. Η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) έχει αναφέρει ότι το συνολικό κόστος ανοικοδόμησης και ανάκαμψης στη Γάζα υπερβαίνει τα 70 δισ. δολάρια, διαφορά που δεν αναιρεί τη συνολική εικόνα, αλλά αντανακλά διαφορετικές μεθοδολογίες, χρονικούς ορίζοντες και ορισμούς του τι συνιστά «ανάγκη ανάκαμψης».
Στη Συρία, το οικονομικό αποτύπωμα του πολέμου είναι ακόμη μεγαλύτερο. Τον Οκτώβριο του 2025, η Παγκόσμια Τράπεζα παρουσίασε ταχεία πανεθνική αποτίμηση για την περίοδο 2011–2024, εκτιμώντας τις φυσικές ζημιές σε υποδομές και κτίρια σε περίπου 108 δισ. δολάρια. Το κόστος ανοικοδόμησης των φυσικών περιουσιακών στοιχείων τοποθετείται σε ένα «συντηρητικό» επίπεδο των 216 δισ. δολαρίων, εκ των οποίων 82 δισ. αφορούν υποδομές, 75 δισ. κατοικίες και 59 δισ. μη οικιστικά κτίρια.
Στην εξίσωση προστίθεται και το κεφάλαιο των σεισμών του Φεβρουαρίου 2023. Η World Bank RDNA εκτίμησε τις ζημιές σε 3,7 δισ. δολάρια, τις απώλειες σε 1,5 δισ. και τις συνολικές ανάγκες ανάκαμψης σε 7,9 δισ. δολάρια σε ορίζοντα 1–3 ετών, με τις μεγαλύτερες ανάγκες να εντοπίζονται σε τομείς όπως η στέγαση, οι μεταφορές, η γεωργία και η κοινωνική προστασία. Άλλες αξιολογήσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ ανεβάζουν το κόστος αυτό έως και τα 14,8 δισ. δολάρια, επιβεβαιώνοντας ότι οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με το πλαίσιο ανάλυσης, χωρίς να αμφισβητείται η τάξη μεγέθους της πρόκλησης.
Το προφίλ των Τούρκων κατασκευαστών
Η Τουρκία καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση παγκοσμίως, μετά την Κίνα, ως προς τον αριθμό εταιρειών που δραστηριοποιούνται εκτός συνόρων, με 45 ομίλους να περιλαμβάνονται στη λίστα Top 250 International Contractors του ENR, επιβεβαιώνοντας τον στρατηγικό ρόλο του κλάδου ως «εξαγωγέα ισχύος» της τουρκικής οικονομίας.
Στην κορυφή βρίσκονται όμιλοι όπως οι Rönesans Holding και Enka İnşaat, οι οποίοι έχουν εξελιχθεί σε πραγματικά διεθνείς εργολήπτες. Η Rönesans αντλεί περίπου το 80% των εσόδων της από το εξωτερικό και έχει ισχυρή παρουσία στην Ευρώπη μέσω θυγατρικών σε Ολλανδία και Γερμανία, με έργα σε νοσοκομεία, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και κτίρια υψηλής ενεργειακής απόδοσης. Η Enka, με υψηλή ρευστότητα και περιορισμένο δανεισμό, δραστηριοποιείται κυρίως σε ενεργειακά έργα και ακίνητα, διατηρώντας σημαντικό αποτύπωμα στη Ρωσία και την ευρύτερη περιοχή της Κασπίας.
Παράλληλα, μια δεύτερη «ομάδα ισχύος» – Limak, Cengiz, Kolin, Kalyon και Makyol – έχει ταυτιστεί με mega-projects και συμβάσεις παραχώρησης, τόσο εντός Τουρκίας όσο και διεθνώς. Οι όμιλοι αυτοί έχουν υλοποιήσει αεροδρόμια, αυτοκινητοδρόμους, σιδηροδρόμους και ενεργειακά έργα, αξιοποιώντας μοντέλα ΣΔΙΤ και BOT που εξασφαλίζουν μακροχρόνιες ροές εσόδων.
Mega-projects με γεωπολιτικό αποτύπωμα
Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η ανακατασκευή και επέκταση του διεθνούς αεροδρομίου της Δαμασκού, επένδυση ύψους περίπου 4 δισ. δολαρίων, με συμμετοχή των Cengiz και Kalyon. Το έργο δεν έχει μόνο οικονομική διάσταση, αλλά λειτουργεί και ως προπομπός της ανοικοδόμησης της Συρίας, αναδεικνύοντας τον ρόλο των τουρκικών εταιρειών σε αγορές όπου η πολιτική και η οικονομία διαπλέκονται στενά.
Στο Ιράκ, οι τουρκικοί όμιλοι διεκδικούν κεντρικό ρόλο στο φιλόδοξο έργο του Development Road, προϋπολογισμού 17 δισ. δολαρίων, που φιλοδοξεί να συνδέσει τον Περσικό Κόλπο με την Τουρκία μέσω οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων. Limak και Yapı Merkezi συγκαταλέγονται στους βασικούς διεκδικητές των πακέτων κατασκευής.
Στη Σαουδική Αραβία, οι τουρκικές κατασκευαστικές έχουν επιστρέψει δυναμικά, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα Vision 2030. Έργα υποδομών στην περιοχή της NEOM, σιδηροδρομικές συμβάσεις και μεγάλες επενδύσεις σε ΑΠΕ – με αιχμή την Kalyon Energy – ενισχύουν τη θέση τους στη Μέση Ανατολή.
Η Ρουμανία ως «πύλη»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στροφή προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη Ρουμανία να εξελίσσεται σε βασικό πεδίο δράσης. Η Makyol έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο ξένο εργολήπτη της χώρας, με έργα άνω των 3,5 δισ. δολαρίων, κυρίως σε αυτοκινητοδρόμους. Παράλληλα, κοινοπραξίες με συμμετοχή των Alsim Alarko, Nurol και Gülermak υλοποιούν έργα μετρό και σιδηροδρομικών υποδομών στο Βουκουρέστι, αξιοποιώντας και πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το βασικό πλεονέκτημα των τουρκικών κατασκευαστικών έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών τους είναι ο συνδυασμός χαμηλότερου κόστους, ταχύτητας υλοποίησης και διάθεσης ανάληψης ρίσκου. Σε αντίθεση με τους κινεζικούς ομίλους, λειτουργούν πιο ευέλικτα και χωρίς τη βαριά κρατική γραφειοκρατία, ενώ απέναντι στους ευρωπαϊκούς προσφέρουν πιο ανταγωνιστικές οικονομικές προτάσεις.