Αλκοολούχα ποτά: Τι πίνουν οι Έλληνες ανάλογα με το εισόδημα, ο χάρτης της κατανάλωσης

H μπύρα παραμένει το πιο «δημοκρατικό» ποτό, καθώς διατηρεί την πρωτοκαθεδρία σε όγκο κατανάλωσης σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες

Αλκοολούχα ποτά © pixabay

Σαφείς διαφοροποιήσεις στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα αποτυπώνονται τα τελευταία χρόνια, με το εισόδημα να λειτουργεί ως παράγοντας που καθορίζει τις επιλογές των νοικοκυριών. Σε ένα περιβάλλον ακρίβειας, πίεσης στο διαθέσιμο εισοδήματα και αλλαγής καταναλωτικών συνηθειών, η μπύρα, το κρασί και τα αποστάγματα ακολουθούν διαφορετικές «διαδρομές», ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των καταναλωτών.

Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, η μπύρα παραμένει το πιο «δημοκρατικό» ποτό, καθώς διατηρεί την πρωτοκαθεδρία σε όγκο κατανάλωσης σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες. Το 2024, η μέση μηνιαία δαπάνη για μπύρα διαμορφώθηκε στα 5,9 ευρώ ανά νοικοκυριό, παρουσιάζοντας σταθερή άνοδο από το 2020 και μετά, όπως προκύπτει από στοιχεία της Stochasis. Αντίθετα, το κρασί και τα αποστάγματα κινούνται περισσότερο με όρους αξίας, απευθυνόμενα κυρίως στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα με μέσο όρο μηνιαίων αγορών από τα νοικοκυριά στα 12,05 ευρώ για αποστάγματα και 10,18 ευρώ για κρασί.

Στα χαμηλότερα και μεσαία εισοδηματικά στρώματα, η μπύρα αποτελεί την κυρίαρχη επιλογή, τόσο λόγω χαμηλότερου κόστους ανά μονάδα όσο και λόγω ευκολίας κατανάλωσης. Τα νοικοκυριά αυτά στρέφονται κυρίως σε οικονομικές ετικέτες, προσφορές και πολυσυσκευασίες, περιορίζοντας τις αγορές κρασιού και αποσταγμάτων. Η τάση αυτή ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη ακρίβεια στα βασικά αγαθά, η οποία συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα για τις «μη απαραίτητες» δαπάνες.

Ο χάρτης της κατανάλωσης αλκοόλ ανάλογα με το εισόδημα

Αντίθετα, όσο αυξάνεται το εισόδημα, τόσο διαφοροποιείται και το «καλάθι» κατανάλωσης. Στα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα άνω των 3.500 ευρώ, η μέση μηνιαία δαπάνη για μπύρα το 2024 έφτασε τα 10,85 ευρώ, για το κρασί τα 26,12 ευρώ και για τα αποστάγματα τα 48,68 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν ξεκάθαρα τη στροφή των υψηλότερων εισοδημάτων προς πιο premium προϊόντα, με έμφαση στην ποιότητα, την προέλευση και την επώνυμη ετικέτα. Στον αντίποδα, για εισοδήματα από 751 έως 1.100 ευρώ, η μέση αξία μηνιαίων αγορών ήταν 2,13 ευρώ για μπύρα, 1,78 ευρώ για κρασί και μόλις 0,92 ευρώ για αποστάγματα.

Σημειώνεται ότι η μπύρα προτιμάται παρόλ’ αυτά και στα υψηλά εισοδήματα, όπου διατηρεί ισχυρή παρουσία σε όρους όγκου. Η μέση μηνιαία κατανάλωση προσεγγίζει τα 3 λίτρα έναντι περίπου 2,25 λίτρων κρασιού, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ρόλο της ως βασικού, καθημερινού ποτού. Το κρασί και τα αποστάγματα, από την άλλη, καταναλώνονται λιγότερο συχνά, αλλά με υψηλότερη αξία ανά αγορά, λόγω της υψηλότερης τιμής μονάδας.

Στα μεσαία εισοδήματα καταγράφεται μια υβριδική συμπεριφορά. Από τη μία πλευρά διατηρείται η προσήλωση στη μπύρα, από την άλλη αυξάνεται σταδιακά η κατανάλωση κρασιού, κυρίως μέσω πιο προσιτών premium επιλογών. Οι καταναλωτές αυτοί εμφανίζονται πιο ευαίσθητοι στις τιμές, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής.

Παράλληλα, το μέγεθος του νοικοκυριού ενισχύει περαιτέρω τις διαφοροποιήσεις. Τα τετραμελή νοικοκυριά εμφανίζουν υψηλότερη κατανάλωση κρασιού, τόσο σε αξία όσο και σε ποσότητα, ωστόσο η μπύρα παραμένει πρώτη σε όγκο σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες. Στα πολυμελή νοικοκυριά, η υπεροχή της μπύρας είναι ακόμη πιο έντονη, λόγω χαμηλότερου κόστους και ευκολίας αποθήκευσης και κατανάλωσης.

Η ανοδική πορεία της μπύρας χωρίς αλκοόλ

Την ίδια στιγμή, η άνοδος της μπύρας χωρίς αλκοόλ επηρεάζει οριζόντια όλες τις εισοδηματικές ομάδες, αλλά εμφανίζει ιδιαίτερη δυναμική στα νεότερα και πιο μορφωμένα στρώματα. Η επιλογή αυτή είναι συνδεδεμένη τόσο με την αυξημένη ευαισθησία σε θέματα υγείας όσο και με τις αυστηρότερες ρυθμίσεις για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Το 2025 οι πωλήσεις της κατηγορίας κατέγραψαν αύξηση 25%, φτάνοντας τα 150.000 εκατόλιτρα, σε μια συνολική αγορά περίπου 4 εκατ. εκατόλιτρων, σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν πηγές της αγοράς στο powergame.gr.

Η επίδοση αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή μεταστροφή των καταναλωτικών συνηθειών προς πιο ανάλαφρες επιλογές, σε ένα περιβάλλον όπου η κατανάλωση αλκοόλ εμφανίζει τάσεις υποχώρησης. Όλο και περισσότερες ζυθοποιίες επενδύουν στην ανάπτυξη και την παραγωγή μπύρας χωρίς αλκοόλ, καθώς διευρύνουν τη γκάμα τους και αυξάνοντας τις διαθέσιμες ποσότητες στην αγορά.

Σημαντικό ρόλο στη μεταβολή αυτή διαδραματίζουν οι αυστηρότερες ρυθμίσεις του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, οι οποίες εντείνουν τους ελέγχους και τις κυρώσεις για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Παράλληλα, καθοριστική είναι και η αλλαγή στάσης της γενιάς Gen Z, των νέων που είναι γεννημένοι μεταξύ 1997 και 2012, οι οποίοι επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής και περιορίζουν συστηματικά την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών.

Πτώση 6% για την αγορά της μπύρας το 2025

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές η πορεία της αγοράς μπύρας στην Ελλάδα το 2025 εμφάνισε κόπωση, καταγράφοντας πτώση της τάξης του 6%, μετά από μια περίοδο σταδιακής ανάκαμψης και ανάπτυξης τα προηγούμενα χρόνια. Η υποχώρηση αποδίδεται κυρίως στη γενικότερη κάμψη που σημειώθηκε στον κλάδο της εστίασης, σε συνδυασμό με την πίεση που δέχτηκαν τα εισοδήματα των νοικοκυριών λόγω της ακρίβειας. Υπενθυμίζεται ότι το 2024 η εγχώρια αγορά μπύρας είχε φτάσει τα 4,5 εκατ. εκατόλιτρα, καταγράφοντας αύξηση 9,2% σε σχέση με το 2023 και επιβεβαιώνοντας την ανοδική τάση που είχε διαμορφωθεί μετά την πανδημία. Η ανάκαμψη του τουρισμού, η ενίσχυση της κατανάλωσης εκτός σπιτιού και η αυξημένη δραστηριότητα της εστίασης λειτούργησαν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ως βασικοί μοχλοί ανάπτυξης, κάτι που αντιστράφηκε στη διάρκεια της περσινής χρονιάς με την κατανάλωση να εμφανίζει μείωση, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την πτώση της δαπάνης στην εστίαση λόγω της ακρίβειας.