Οι τηλεφωνικές κλήσεις για προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών έχουν γίνει καθημερινότητα για πολλούς καταναλωτές. Ωστόσο, η νομοθεσία παρέχει συγκεκριμένα εργαλεία προστασίας μέσω του λεγόμενου «Μητρώου 11» (άρθρο 11 ν. 3471/2006), δίνοντας τη δυνατότητα στους πολίτες να περιορίσουν ή και να σταματήσουν τις ανεπιθύμητες οχλήσεις.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews η δικηγόρος Κατερίνα Φραγκάκη δήλωσε ότι το Μητρώο 11, είναι ένας ειδικός κατάλογος που τηρείται από κάθε πάροχο τηλεφωνίας και περιλαμβάνει τους συνδρομητές που δηλώνουν ρητά ότι δεν επιθυμούν να δέχονται διαφημιστικές κλήσεις. Από τη στιγμή που ένας αριθμός καταχωριστεί στο Μητρώο, οι εταιρείες υποχρεούνται να τον εξαιρούν από τις καμπάνιες τηλεφωνικής προώθησης. Σε διαφορετική περίπτωση, παραβιάζουν τη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Πολίτης αποζημιώθηκε με 50.000 ευρώ
Πρόσφατα το Εφετείο Πειραιά, αποφάσισε αποζημίωση 50.000 ευρώ σε πολίτη που δεχόταν επαναλαμβανόμενες διαφημιστικές κλήσεις, παρά το γεγονός ότι είχε εγγραφεί στο Μητρώο 11 και είχε δηλώσει ρητά ότι δεν επιθυμεί τέτοιου είδους επικοινωνία.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η παράβαση της ρητής δήλωσης μη όχλησης θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, επιβεβαιώνοντας ότι η προστασία δεν είναι θεωρητική αλλά ουσιαστική και δικαστικά επιδιώξιμη.
Πώς λειτουργεί στην πράξη το Μητρώο 11
Η εγγραφή γίνεται με αίτημα προς τον πάροχο σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας. Η διαδικασία είναι απλή και δεν απαιτεί προσφυγή σε δημόσια αρχή. Μετά την καταχώριση, οι εταιρείες οφείλουν να ελέγχουν το σχετικό μητρώο πριν πραγματοποιήσουν διαφημιστικές κλήσεις.
Ωστόσο, στην πράξη, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου πολίτες συνεχίζουν να δέχονται οχλήσεις, παρότι έχουν ενταχθεί στο Μητρώο 11.
Πώς μπορούν να αμυνθούν οι πολίτες
Σε περίπτωση παραβίασης, ο καταναλωτής μπορεί να υποβάλει καταγγελία στον Συνήγορο του Καταναλωτή ή στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Παράλληλα, διατηρεί το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη για διεκδίκηση αποζημίωσης.
Οι αρμόδιες αρχές έχουν κατά καιρούς επιβάλει και σημαντικά διοικητικά πρόστιμα σε εταιρείες που παραβιάζουν το θεσμικό πλαίσιο, γεγονός που καταδεικνύει τη βαρύτητα του ζητήματος.