Στο ραντάρ των επενδυτών ελληνικές εταιρείες τροφίμων και ποτών

Ο εγχώριες εταιρείες του κλάδου τροφίμων βρίσκονται σταθερά στο ραντάρ εγχώριων και διεθνών επενδυτών, ενώ οι εξαγωγές ενισχύθηκαν σημαντικά και το 2025

Τρόφιμα © Pixabay

Το 2025 ανέδειξε με εμφατικό τρόπο την αξία που έχει πλέον το ελληνικό brand στα τρόφιμα, όχι μόνο ως στοιχείο ταυτότητας αλλά ως ουσιαστικό επενδυτικό και εξαγωγικό κεφάλαιο. Ο κλάδος συγκέντρωσε 36 συμφωνίες μέσα στη χρονιά, επιβεβαιώνοντας ότι βρίσκεται σταθερά στο ραντάρ εγχώριων και διεθνών επενδυτών, ενώ τράπεζες και σύμβουλοι εκτιμούν ότι η δυναμική θα συνεχιστεί και το 2026.

Η έρευνα της Grant Thornton Greece, Greece’s Thriving Deal Scene, αποτυπώνει με σαφήνεια ότι ο κλάδος Τροφίμων και Ποτών αποτελεί πλέον έναν από τους πιο δυναμικούς και ανθεκτικούς πυλώνες στο πεδίο εξαγορών και συγχωνεύσεων στην Ελλάδα. Το 2025, σε ένα περιβάλλον αυξημένης επενδυτικής κινητικότητας, ο συγκεκριμένος τομέας κατέγραψε ισχυρή παρουσία τόσο σε αριθμό συναλλαγών όσο και σε στρατηγική σημασία. Καίριο στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι η ελληνική διατροφή αποτελεί και ένα πρότυπο υγιεινής ζωής, με αποτέλεσμα αρκετοί καταναλωτές να την προτιμούν, αναζητώντας ταυτόχρονα και προϊόντα με ταυτότητα και αυθεντικότητα.

Τρόφιμα: Χρονιά-ορόσημο σε επίπεδο εξαγορών

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας που πραγματοποίησε η Grant Thornton, το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο σε επίπεδο εξαγορών με 183 συμφωνίες συνολικής αξίας 20,6 δισ. ευρώ. Μέσα σε αυτό το ευνοϊκό περιβάλλον, τα τρόφιμα και ποτά αναδείχθηκαν σε έναν από τους κορυφαίους κλάδους, κατακτώντας την τρίτη θέση σε αριθμό συναλλαγών, πίσω από την τεχνολογία-τηλεπικοινωνίες και τον κλάδο real estate-φιλοξενίας.

Η παρουσία του κλάδου τροφίμων και ποτών τις πρώτες θέσεις από πλευράς αριθμού συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της περσινής χρονιάς αποτυπώνει την αυξανόμενη εμπιστοσύνη των επενδυτών στα ελληνικά brands, στη σταθερή ζήτηση των προϊόντων και στη δυνατότητα περαιτέρω διεθνούς ανάπτυξης.

Οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν αποτυπώνουν τη στρατηγική αξία των ελληνικών brands. Ιστορικές ελληνικές μάρκες άλλαξαν χέρια καθώς η Ideal Holdings εξαγόρασε την Μπάρμπα Στάθης έναντι 130 εκατ. ευρώ, τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία της οικογένειας Σαράντη που έχουν στην ομπρέλα τους μάρκες όπως Όλυμπος, Τυράς, Ροδόπη, Κλιάφα, Δουμπιά, απέκτησαν τη γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη έναντι 205 εκατ. ευρώ, ο όμιλος Υφαντή την ιστορική αλλαντοβιομηχανία Νίκας από τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο, ενώ η Cavino που αποτελεί τον μεγαλύτερο παίκτη στην Ελλάδα στον κλάδο του κρασιού, προχώρησε στην εξαγορά της οινοποιίας Κουρτάκη.

Πρόκειται για κινήσεις που δείχνουν εμπιστοσύνη στη διαχρονική αξία και στις προοπτικές ανάπτυξης των ελληνικών σημάτων. Η μεγαλύτερη κίνηση της χρονιάς στον κλάδο τροφίμων και ποτών ήταν η απόκτηση από την Coca-Cola HBC συμφερόντων των οικογενειών Δαυίδ-Λεβέντη, του 75% της Coca-Cola Beverages Africa έναντι 2,6 δισ. δολαρίων, σε μια συμφωνία διεθνούς βεληνεκούς.

Τρόφιμα και εξαγωγές

Παράλληλα, οι επιδόσεις στο εξαγωγικό πεδίο ενίσχυσαν το αφήγημα. Οι εξαγωγές τροφίμων αυξήθηκαν κατά 9,5%, αγγίζοντας τα 9,04 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής εξαγωγικής δραστηριότητας. Σε μια περίοδο όπου οι εξαγωγές πετρελαιοειδών κατέγραψαν σημαντική πτώση, προϊόντα όπως η φέτα, οι επιτραπέζιες ελιές και το ελαιόλαδο λειτούργησαν ως σταθεροποιητικός παράγοντας για το σύνολο της οικονομίας.

Σημαντικά εξαγωγικά προϊόντα για την Ελλάδα αποτελούν η φέτα, το γιαούρτι, η επιτραπέζια ελιά, το ροδάκινο σε κομπόστα, το ελαιόλαδο, τα ψάρια υδατοκαλλιέργειας. Επί παραδείγματι η μέση τιμή εξαγωγής της φέτας φτάνει περίπου τα 9,4 ευρώ το κιλό, στην Αυστραλία υπερβαίνει τα 9,6 ευρώ. Η υπεραξία που παρουσιάζει σε υπερατλαντικές αγορές η φέτα είναι χαρακτηριστική, με αποτέλεσμα να απολαμβάνει υψηλότερης τιμής. Κάτι που οφείλεται στο γεγονός ότι αντιμετωπίζεται ως προϊόν με μοναδική ταυτότητα και προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη και όχι ως ένα ακόμη λευκό τυρί στο ράφι.

Στην κορυφή της ζήτησης εντός ευρωπαϊκής ηπείρου, η Γερμανία παραμένει ο μεγαλύτερος αγοραστής φέτας, αποφέροντας το 27–28% του συνολικού τζίρου για τη χώρα μας. Ακολουθούν η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, που από κοινού οι χώρες αυτές υπερβαίνουν το 50% των εξαγωγών. Στις αγορές αυτές, η μέση τιμή κυμαίνεται μεταξύ 7,6 και 8,1 ευρώ/κιλό. Πρόκειται για ώριμα οικοσυστήματα όπου η φέτα έχει εδραιωθεί με υψηλή διείσδυση, γεγονός που μετατοπίζει την ανταγωνιστικότητα από την τιμή προς τη μάχη για μερίδιο αγοράς.

Θετική ήταν και η εικόνα στον κλάδο Ποτών και Καπνού το 2025 σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, με αύξηση εξαγωγών 7,8% και συνολική αξία 1,49 δισ. ευρώ. Με ισχυρά ελληνικά brands και έντονη εξαγωγική ταυτότητα, ο κλάδος ενίσχυσε περαιτέρω τη δυναμική της αγροδιατροφικής αλυσίδας και συνέβαλε ουσιαστικά στη συνολική επίδοση.

Η κοινή συνισταμένη είναι σαφής: Πρόκειται για τομείς που βασίζονται στην ελληνική παραγωγή, δημιουργούν υψηλή προστιθέμενη αξία εντός της χώρας και εμφανίζουν αυξημένη ανθεκτικότητα σε διεθνείς αναταράξεις. Το brand «Made in Greece» στα τρόφιμα και στα ποτά-καπνό αποδεικνύεται ολοένα και πιο ισχυρό στις διεθνείς αγορές, μετατρέποντας την ποιότητα, την παράδοση και την πρώτη ύλη σε επενδυτικό πλεονέκτημα.