Σούπερ μάρκετ: Γιατί μαζεύουν όλο το “χαρτί” της κατανάλωσης

Τα τρόφιμα αποδείχθηκαν ανθεκτικότερος κλάδος σε Ελλάδα και Ευρώπη κατά τη διάρκεια του πληθωριστικού κύκλου. Άλμα πωλήσεων στα σούπερ μάρκετ

Σούπερ μάρκετ © EUROKINISSI

Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή εικόνα, όπου η άνοδος του τζίρου στον κλάδο των τροφίμων τα τελευταία χρόνια τροφοδοτήθηκε κυρίως από τις αυξήσεις τιμών, στην Ελλάδα το 2025 η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από την ενίσχυση της πραγματικής κατανάλωσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, οι πωλήσεις των ελληνικών σούπερ μάρκετ αυξήθηκαν κατά 7,1%, φτάνοντας τα 16,2 δισ. ευρώ, με βασικό μοχλό τη μεγαλύτερη ζήτηση και όχι τον πληθωρισμό. Τη μεγαλύτερη άνοδο κατέγραψαν τα φρέσκα και χύμα προϊόντα, όπως κρέας, ψάρια, φρούτα και λαχανικά, με αύξηση 10,1% σε αξία, ενώ ακολούθησε η κατηγορία Bazaar (είδη σπιτιού, ρουχισμού, διαρκή καταναλωτικά αγαθά) με άνοδο 9,6%, ενισχύοντας την εικόνα μιας αγοράς που στηρίζεται όλο και περισσότερο στον όγκο πωλήσεων.

Κάτι που συνεχίζει να αποτυπώνεται και το 2026, με την πορεία των σούπερ μάρκετ να είναι συνεχιζόμενα ανοδική σε τζίρο, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ (YTD έως 25 Ιανουαρίου 2026), το σύνολο της οργανωμένης λιανικής (Total Store Read) εμφανίζει άνοδο 8,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν στα 1,201 δισ. ευρώ, έναντι 1,107 δισ. ευρώ έναν χρόνο πριν, επιβεβαιώνοντας την ανοδική εκκίνηση της χρονιάς.

Το γεγονός ότι η ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν ήταν πληθωριστική, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ετήσιος πληθωρισμός τον Δεκέμβριο του 2025, βάσει ΕΛΣΤΑΤ, ήταν 2,6% και η ανάπτυξη του τζίρου στις αλυσίδες 7,1%, προερχόμενη -όπως προαναφέρθηκε- από την αύξηση του όγκου πωλήσεων και όχι των τιμών. Ενώ και τον Ιανουάριο, ο πληθωρισμός από τη Eurostat στη χώρα μας εκτιμήθηκε στο 2,9%, αρκετά χαμηλότερα και σε αυτήν την περίπτωση από το 8,6% που ήταν η αύξηση του τζίρου στα ελληνικά σούπερ μάρκετ.

Βέβαια, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά κύριο λόγο τα έτη 2022 και 2023 οι τιμές στα βασικά αγαθά αυξήθηκαν έντονα στην Ελλάδα, ενώ και τα χρόνια που ακολούθησαν, οι τιμές συνέχισαν επίσης να αυξάνονται αν και με σαφώς ηπιότερους ρυθμούς.

Όλο το βάρος της κατανάλωσης στα σούπερ μάρκετ

Την ίδια στιγμή τα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα, ήταν επί της ουσίας ο κλάδος που συγκέντρωσε όλο το «χαρτί» της κατανάλωσης σε σχέση με άλλους κλάδους του λιανεμπορίου. Για παράδειγμα τα ηλεκτρικά είδη με τζίρο 3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, κατέγραψαν πτώση πωλήσεων 3% σε σύγκριση με το 2024 με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της GfK. Αλλά και η εστίαση κινήθηκε έντονα πτωτικά πέρυσι, γεγονός που δείχνει ότι οι Έλληνες καταναλωτές περιορίστηκαν μόνο σε αγορές από τα σούπερ μάρκετ.

Το 2025, ο κλάδος των σούπερ μάρκετ στην Ευρώπη -σύμφωνα με έρευνα της Savills- ξεπέρασε τις περισσότερες μεγάλες κατηγορίες λιανεμπορίου, καταγράφοντας ονομαστική ανάπτυξη 3,1%, έναντι 1,8% στα ηλεκτρικά είδη, 1,4% στη μόδα και μέσου όρου 2,7% στο σύνολο του λιανεμπορίου, με μόνη υψηλότερη κατηγορία την υγεία και την ομορφιά στο 4,8%.

Πληθωριστική η ανάπτυξη στην υπόλοιπη Ευρώπη

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αντίθετα και με βάση την έρευνα της Savills, η αγορά τροφίμων και ειδών παντοπωλείου, αξίας περίπου 2,1 τρισ. ευρώ, αναπτύχθηκε την τελευταία πενταετία με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,6% σε ονομαστικούς όρους, εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με τον πληθωρισμό και λιγότερο με την πραγματική αύξηση της κατανάλωσης. Έως το 2030, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται στο 2,6%, με την αξία της αγοράς να ξεπερνά τα 2,3 τρισ. ευρώ. Το 2025, ο κλάδος στην Ευρώπη σημείωσε ονομαστική αύξηση 3,1%, υπερέχοντας έναντι άλλων κατηγοριών του λιανεμπορίου, χωρίς ωστόσο να υποδηλώνει ουσιαστική διεύρυνση της ζήτησης.

Στο ευρύτερο περιβάλλον, τα τρόφιμα αποδείχθηκαν ανθεκτικότερος κλάδος τόσο στην Ελλάδα όσο και την Ευρώπη κατά τη διάρκεια του πληθωριστικού κύκλου. Πολλές αλυσίδες απορρόφησαν αυξημένα κόστη και θυσίασαν μέρος των περιθωρίων τους για να συγκρατήσουν τις τιμές και να διατηρήσουν τα μερίδιά τους. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Savills, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της στρατηγικής αρχίζουν πλέον να αποτυπώνονται στους ισολογισμούς και τη συρρίκνωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων του κλάδου.

Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρώπη και τη σταθεροποίηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τα νοικοκυριά παραμένουν επιφυλακτικά. Η αποδυνάμωση των πραγματικών εισοδημάτων τα προηγούμενα χρόνια και η αυξημένη τάση για αποταμίευση περιορίζουν τη διάθεση για κατανάλωση, με την καταναλωτική εμπιστοσύνη να βελτιώνεται μεν, αλλά να παραμένει σε αρνητικό έδαφος.

Καταναλωτές: Σύγκριση τιμών, στροφή σε οικονομικές επιλογές

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι καταναλωτικές συνήθειες έχουν αλλάξει. Οι αγοραστές είναι πλέον πιο προσεκτικοί, συγκρίνουν εντατικά τιμές, απαιτούν μεγαλύτερη διαφάνεια και στρέφονται συστηματικά σε οικονομικότερες επιλογές. Η έννοια της «αξίας» δεν συνδέεται μόνο με το χαμηλό κόστος, αλλά και με τη σταθερότητα και τη δικαιοσύνη στην τιμολόγηση.

Ταυτόχρονα, η αγορά διαμορφώνεται όλο και περισσότερο σε δύο άκρα. Από τη μία τα προϊόντα χαμηλής τιμής και από την άλλη τα premium, με τη μεσαία κατηγορία να συρρικνώνεται. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ώριμες αγορές της Ευρώπης, αντανακλώντας μια πιο στοχευμένη και λιγότερο ομοιογενή καταναλωτική συμπεριφορά.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση διαδραματίζουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Σύμφωνα με τη McKinsey, το 2025 το 81% των Ευρωπαίων καταναλωτών τα αξιολόγησε ως ισάξια ή και ανώτερα των επώνυμων. Οι αλυσίδες επενδύουν πλέον σε πολυεπίπεδες σειρές private label, από τις οικονομικές έως τις premium, ενισχύοντας τον έλεγχο σε τιμές, ποιότητα και εφοδιαστική αλυσίδα, ενώ ταυτόχρονα ανταποκρίνονται στην αυξημένη ευαισθησία των καταναλωτών στο κόστος.

Αναπτύσσονται τα μικρότερα καταστήματα

Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή αγορά λιανεμπορίου τροφίμων συνεχίζει να αναδιαμορφώνεται και σε επίπεδο δομής. Το μέσο μέγεθος των καταστημάτων μειώνεται, τα μικρότερα και πιο ευέλικτα σημεία πώλησης κερδίζουν έδαφος. Στην Ελλάδα η ανάπτυξη των μικρών σημείων με επιφάνεια έως 400 τετραγωνικά μέτρα, είναι κάτι που συνεχίζεται, με ρυθμό πάνω από 9% σε ετήσια βάση, συμβαδίζοντας ωστόσο σε ανάπτυξη με τα υπερμάρκετ επιφάνειας άνω των 2.500 τετραγωνικών, τα περισσότερα από τα οποία ανήκουν στον Σκλαβενίτη, ο οποίος τρέχει με σχεδόν διψήφιο ποσοστό ανάπτυξης.

Εντατικοποίηση του ρυθμού εξαγορών και συγχωνεύσεων

Παράλληλα, εντείνεται η συγκέντρωση του κλάδου, καθώς οι μεγάλες αλυσίδες ενισχύουν τη θέση τους μέσω εξαγορών και συνεργασιών, με τους μικρότερους παίκτες να δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος και στον έντονο ανταγωνισμό. Το φαινόμενο αυτό, που καταγράφεται σε όλη την Ευρώπη, έχει ιδιαίτερη ένταση και στην ελληνική αγορά. Η δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών αυξήθηκε κατά 30% στο πρώτο μισό της δεκαετίας, ενισχύοντας περαιτέρω τη συγκέντρωση των αγορών, σύμφωνα με τη Savills. Κάτι που παρατηρείται να συμβαίνει έντονα και στην Ελλάδα, όπου οι μικρότεροι παίκτες σταδιακά υποχωρούν υπό το βάρος του υψηλού κόστους λειτουργίας, του έντονου ανταγωνισμού και υπό την πίεση των μεγάλων παικτών που επιδιώκουν να διευρύνουν το εκτόπισμα τους προχωρώντας σε εξαγορές.

Ενδεικτικά είναι άλλωστε τα παραδείγματα μεγάλων κινήσεων στον κλάδο των σούπερ μάρκετ με την εξαγορά του Μαρινόπουλου από τον Σκλαβενίτη, του Βερόπουλου από τα My market, της Κρητικός από τον Μασούτη. Αλλά και παραδείγματα όπως η σύμπραξη του SYNKA Χανίων με κοινή εταιρεία 50-50 με τον Μασούτη. Αλλά και σειρά άλλων περιπτώσεων όπου πολλές μικρές αλυσίδες ή μεμονωμένα καταστήματα που απορρόφησαν μεγαλύτεροι παίκτες παίκτες. Τέτοια παραδείγματα είναι της ΑΒ Βασιλόπουλος που απέκτησε τις μικρές αλυσίδες Πτολεμαΐς και Ανατολή, της Γαλαξίας με την εξαγορά της τοπικής αλυσίδας Παπαγεωργίου στα Ιωάννινα και αρκετών ακόμη.

Συνολικά, η εικόνα του 2025 δείχνει ότι, ενώ στην Ευρώπη η ανάπτυξη του τζίρου παραμένει σε μεγάλο βαθμό «πληθωριστική», στην Ελλάδα στηρίζεται περισσότερο στη ζήτηση και την πραγματική κατανάλωση. Πρόκειται για μια διαφοροποίηση που ενισχύει τη σχετική ανθεκτικότητα της εγχώριας αγοράς, αλλά ταυτόχρονα θέτει υψηλότερες απαιτήσεις στις αλυσίδες, οι οποίες καλούνται να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους σ’ ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και πιο απαιτητικών καταναλωτών.