Στουρνάρας για κρίση στη Μέση Ανατολή: Η ήπια αντίδραση των αγορών προεξοφλεί το σενάριο της σύγκρουσης του ενός μήνα

Ποιοι λόγοι κάνουν τον διοικητή της ΤτΕ να βλέπει την αντίδραση των αγορών στην ενεργειακή κρίση και τον πληθωρισμό πιο ήπια και ελεγχόμενη

Ο διοκητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας © ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές

Ήπια χαρακτηρίζει την αντίδραση των αγορών στο νέο πόλεμο που εξελίσσεται στον Περσικό Κόλπο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Όπως παραδέχεται στο powergame.gr, «αυτό που συνέβη τώρα, είναι ότι χειρότερο σενάριο μπορούσε να συμβεί. Δηλαδή να κλείσουν τα στενά του Ορμούζ. Κάποτε αυτό θα μπορούσε να στείλει κατ’ ευθείαν την τιμή του πετρελαίου στα 150 δολ. (το βαρέλι)».

Το σενάριο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε με βάση την εξέλιξη των παραγώγων τιμών του πετρελαίου. Κατά τον κ. Στουρνάρα η σημερινή κρίση στην αγορά ενέργειας έχει τρεις λόγους για τους οποίους είναι πιο ήπια στην Ευρώπη, απ’ ότι εκείνη του 2022.

Πρώτον επειδή έχουμε ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, γεγονός που μετριάζει τις επιπτώσεις της αύξησης της τιμής του πετρελαίου.

Δεύτερον, πίσω στο 2022 η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική στην Ευρώπη ήταν πολύ πιο χαλαρή απ’ ότι είναι σήμερα και για το λόγο αυτό εκτοξεύθηκε ο πληθωρισμός.

Τρίτον σήμερα υπάρχει μια υπερβάλλουσα προσφορά ενέργειας σε ολόκληρο τον πλανήτη. Έτσι παρόλο που έκλεισαν τα στενά του Ορμούζ, η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε μεν, αλλά όχι στα επίπεδα που αναμένονταν παλαιότερα.

Πάντως ο διοικητής της ΤτΕ χαρακτήρισε ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη την χθεσινή δήλωση του υπουργού Ενέργειας του Κατάρ ότι θα σταματήσει την παραγωγή. «Μπορεί βέβαια να το είπε για ν’ ασκήσει πίεση, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν το γνωρίζω», είπε χαρακτηριστικά.

Αναφορικά με την διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή, ο διοικητής της ΤτΕ, κάνει λόγο για κρίση διάρκειας ενός μήνα. «Διαβάζοντας τους πιο πολλούς αναλυτές που ασχολούνται με την υπόθεση, η προσωπική μου άποψη -και αυτό το λέω με κάθε επιφύλαξη- είναι ότι πρόκειται για υπόθεση ενός μήνα», λέει, σημειώνοντας παράλληλα ότι «σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος 100%. Είναι απλά μια υπόθεση εργασίας η οποία προεξοφλείτε και από την αντίδραση των αγορών».

Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορούν και οι δηλώσεις των κεντρικών τραπεζιτών που έχουν τοποθετηθεί δημοσίως μέχρι σήμερα. Εκτός από τον κ. Στουρνάρα, τόσο ο Γάλλος όσο και ο Ισπανός κεντρικός τραπεζίτης, πρότειναν να μην ληφθεί κανένα μέτρο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. «Αυτή τη στιγμή θεωρούμε ότι δεν πρέπει να γίνει καμία κίνηση (στα επιτόκια)», λέει ο κ. Στουρνάρας. Σημειώνεται ότι η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ είναι προγραμματισμένη για τις 18 Μαρτίου, αλλά η γραμμή μέχρι τώρα είναι να μην υπάρξει καμία παρέμβαση της ΕΚΤ στην αγορά.

Οι επιπτώσεις την Ελλάδα

Αναφορικά με τις επιπτώσεις της κρίσης αυτής στην Ελλάδα, ο κ. Στουρνάρας σημειώνει ότι για κάθε 10 δολάρια το βαρέλι πετρελαίου πάνω από την τιμή αναφοράς πριν την κρίση, κοστίζει 27 μονάδες βάσης στον πληθωρισμό και 6 μονάδες βάσης στην ανάπτυξη. Με άλλα λόγια για κάθε 10 δολ. που αυξάνει το πετρέλαιο από την τιμή αναφοράς στον προϋπολογισμό, ο πληθωρισμός αυξάνει κατά 0,27% και η ανάπτυξη μειώνεται κατά 0,06%.

Ερωτηθείς ο κ. Στουρνάρας αν η νέα κρίση απειλεί την εγχώρια κοινωνική συνοχή, ήταν κάθετος. «Όχι. Δεν απειλείται τίποτε», λέει ορθα-κοφτά. «Περάσαμε», συνεχίζει, «μια μεγάλη κρίση με την χρεοκοπία και τα μνημόνια όπου οι δείκτες ανισότητας και φτώχειας ήταν πολύ χειρότεροι. Εξάλλου, προσθέτει από τότε μέχρι σήμερα έχει περάσει πολύς καιρός. Ο πραγματικός μισθός έχει ανέβει πολύ, ο μέσος μισθός έχει ανέβει -ίσως όχι τόσο πολύ- αλλά ειδικά στον ιδιωτικό τομέα και κυρίως ο κατώτατος μισθός, έχουν αυξηθεί πολύ σε πραγματικές τιμές».

Σχετικά με το αν χρήζουν κυβέρνηση μπορεί να πάρει μέτρα παρέμβασης όπως αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, ο διοικητής της ΤτΕ λέει ότι δεν το γνωρίζει, αλλά συστήνει «να περιμένουμε λίγο ακόμη». Εξάλλου, όπως σημειώνει, οποιαδήποτε μέτρα ενίσχυσης των πολιτών έχουν δημοσιονομικό αποτέλεσμα και, όπως συνέβη και στην πανδημία, θα πρέπει να υπάρχει η σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.