Κατασκευαστικές: Χτυπούν το καμπανάκι για την αύξηση τιμών στα υλικά και στις μεταφορές από τον πόλεμο

Το μέτωπο ανησυχίας των κατασκευαστών είναι το πετρέλαιο, το οποίο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το κόστος των υλικών και των μεταφορών

Κατασκευαστικός κλάδος © pixabay

Η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο έναν γνώριμο φόβο για τον κατασκευαστικό κλάδο, την εκτίναξη του κόστους ενέργειας, υλικών και μεταφορών. Οι τεχνικές εταιρείες παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία τις διεθνείς εξελίξεις, καθώς η πορεία των τιμών του πετρελαίου, παράγοντας που επηρεάζει σχεδόν κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας,  θεωρείται απρόβλεπτη εφόσον η ένταση με το Ιράν παραταθεί ή επηρεάσει κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Το βασικό μέτωπο ανησυχίας είναι η ενέργεια και ιδιαίτερα το πετρέλαιο, το οποίο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το κόστος των υλικών και των μεταφορών. Παράλληλα, αυξήσεις καταγράφονται ήδη στα μεταφορικά κόστη, ενώ η επιβάρυνση μεταφέρεται σταδιακά σε όλο το φάσμα της παραγωγικής διαδικασίας των κατασκευών. Οι μικρότερες τεχνικές εταιρείες εμφανίζονται ιδιαίτερα πιεσμένες και προετοιμάζουν νέα επιστολή προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, προειδοποιώντας ότι εάν συνεχιστεί η κατάσταση, υπάρχει κίνδυνος να ανακοπεί η εκτέλεση δημοσίων έργων.

Αλυσιδωτές αυξήσεις στο κόστος

Άμεσες και σημαντικές είναι ήδη οι επιπτώσεις της ανόδου των τιμών ενέργειας και καυσίμων στον κλάδο. Όπως επισημαίνει στο powergame.gr ο Απόστολος Μπακογιάννης, Γενικός και Τεχνικός Διευθυντής της ΕΚΤΕΡ, καταγράφεται σημαντική αύξηση στις τιμές της ασφάλτου, η οποία προσεγγίζει το 20%, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, δεδομένου ότι τα ασφαλτικά υλικά εξαρτώνται άμεσα από αυτό.

Παράλληλα, αυξήσεις σημειώνονται και στο κόστος των μεταφορών, ενώ η επιβάρυνση διαχέεται σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα των κατασκευών. Όπως εξηγεί, σχεδόν όλα τα βασικά υλικά επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την τιμή του πετρελαίου, γεγονός που οδηγεί σε συνολική αύξηση του κόστους κατασκευής. Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι ανάλογη κατάσταση είχε διαμορφωθεί και την περίοδο της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Τότε είχε υπάρξει παρέμβαση της Πολιτείας με ειδική νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία για ένα χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών ορισμένα υλικά –όπως η άσφαλτος– πληρώνονταν απολογιστικά. Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι οι ανάδοχοι αποζημιώνονταν με βάση την πραγματική τιμή αγοράς του υλικού και όχι με τις τιμές που προβλέπονταν στα αρχικά τιμολόγια των έργων, ένα μέτρο που, όπως επισημαίνει, είχε λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Σε ό,τι αφορά τις κινήσεις των εταιρειών απέναντι στη νέα κατάσταση, ο κ. Μπακογιάννης σημειώνει ότι οι κατασκευαστικές βασίζονται κυρίως στις προβλέψεις των συμβάσεων που έχουν ήδη υπογράψει, οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρες για έκτακτες συνθήκες ή ανωτέρα βία. Ωστόσο, προς το παρόν ο κλάδος βρίσκεται σε στάση αναμονής, καθώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την ένταση ή τη διάρκεια των αυξήσεων. Οι μεταβολές στις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών είναι πλέον καθημερινές και συχνά απρόβλεπτες, δημιουργώντας έντονη αβεβαιότητα στην αγορά.

Πιέσεις στα δημόσια έργα

Τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος επισημαίνει και ο πρόεδρος της Δομικής Κρήτης, Δήμητρης Κούτρας, ο οποίος τονίζει ότι οι κατασκευαστικές εταιρείες υλοποιούν έργα υποδομών που στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη, αλλά καλούνται πλέον να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον δραματικά αυξημένου κόστους παραγωγής.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η άνοδος των τιμών επηρεάζει σχεδόν όλους τους βασικούς συντελεστές κόστους: τα ασφαλτικά υλικά, τα καύσιμα, τη μεταφορά υλικών και τη λειτουργία των εργοταξίων. Η ενέργεια έχει πλέον καθοριστική επίδραση στο συνολικό κόστος των έργων, καθώς η συμμετοχή της μπορεί να ξεπερνά το 30% και σε ορισμένες περιπτώσεις να φτάνει ακόμη και το 50% του συνολικού κόστους κατασκευής.

Το πρόβλημα επιτείνεται, όπως σημειώνει, από το γεγονός ότι τα τιμολόγια των δημοσίων έργων δεν έχουν επικαιροποιηθεί ώστε να αντανακλούν τις νέες οικονομικές συνθήκες. Η απουσία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού αναθεώρησης τιμών δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες στις εταιρείες που καλούνται να εκτελέσουν έργα με βάση οικονομικά δεδομένα μιας εντελώς διαφορετικής περιόδου.

«Εάν δεν υπάρξει σωστή αναθεώρηση των τιμών, φοβάμαι ότι τα έργα δεν θα γίνουν απλώς ακριβότερα, αλλά υπάρχει κίνδυνος ακόμη και να σταματήσουν», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι ειδικά σε έργα όπως τα ασφαλτικά, όπου το κόστος των υλικών έχει αυξηθεί σημαντικά, η οικονομική ισορροπία των συμβάσεων γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη.

Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται και σε έργα παραχώρησης ή χρηματοδοτούμενα έργα διαθέτουν ορισμένες δικλίδες προστασίας, καθώς στις συμβάσεις τους υπάρχουν μηχανισμοί επιμερισμού του κινδύνου. Αντίθετα, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά σε κλασικά δημόσια έργα είναι πολύ πιο εκτεθειμένες, καθώς επωμίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος των αυξήσεων σε υλικά, ενέργεια και λειτουργικά κόστη.

Ο αντίκτυπος των καυσίμων

Τις πιέσεις από την άνοδο των τιμών ενέργειας και καυσίμων επισημαίνει και ο Γιώργος Συριανός, αντιπρόεδρος της Άκτωρ Παραχωρήσεις (Aktor), σημειώνοντας ότι οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές και ενδέχεται να ενταθούν το επόμενο διάστημα.

Όπως αναφέρει, η αύξηση των τιμών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη λειτουργία των τεχνικών εταιρειών, καθώς το κόστος καυσίμων επηρεάζει άμεσα τόσο τη λειτουργία των μηχανημάτων έργου όσο και τις μεταφορές υλικών. Οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, όπως σημειώνει, είναι ιδιαίτερα έντονες και δημιουργούν σημαντικές επιβαρύνσεις στην εκτέλεση των έργων.

Παράλληλα επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν αφορά μόνο τον τεχνικό κλάδο, αλλά συνδέεται με ευρύτερες διεθνείς οικονομικές εξελίξεις και επηρεάζει συνολικά την οικονομία. Η άνοδος των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών μεταφέρεται σταδιακά και σε άλλους τομείς, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.

Ο ίδιος εκτιμά ότι, παρότι οι μεγάλες εταιρείες λειτουργούν με συγκεκριμένα επιχειρησιακά μοντέλα και οικονομικούς υπολογισμούς, οι απότομες μεταβολές που προκαλούνται από πολεμικές συγκρούσεις και γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν νέες και απρόβλεπτες συνθήκες που επηρεάζουν αρνητικά την οικονομική ισορροπία των έργων. Για τον λόγο αυτό, όπως τονίζει, απαιτείται διάλογος με την Πολιτεία ώστε να βρεθούν λύσεις που θα περιορίσουν τις επιπτώσεις.

Προειδοποίηση από τους εργολήπτες

Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του ΣΑΤΕ, Ζαχαρίας Αθουσάκης, επισημαίνει ότι η άνοδος των τιμών υλικών και καυσίμων έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην εκτέλεση των δημοσίων έργων. Σύμφωνα με τον ίδιο, από τις πρώτες κιόλας ημέρες καταγράφεται μεγάλη αύξηση στις τιμές των ασφαλτικών υλικών, η οποία φτάνει το 35% έως 40%, ενώ η τάση παραμένει ανοδική.

Σημαντική επιβάρυνση προκαλεί και η αύξηση στο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο χρησιμοποιείται εκτενώς στα εργοτάξια για τη λειτουργία των μηχανημάτων. Όπως αναφέρει, η τιμή του έχει ήδη αυξηθεί από περίπου 1,52 ευρώ το λίτρο σε 1,85 ευρώ και συνεχίζει ανοδικά, με την αγορά να εκτιμά ότι μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τα 2 ευρώ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κλάδος προτίθεται να επανέλθει με νέο έγγραφο προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών –καθώς ήδη έχει αποστείλει σχετική επιστολή– ζητώντας την εξέταση μέτρων για την αντιμετώπιση της επιβάρυνσης που προκαλεί η άνοδος των τιμών.

Όπως επισημαίνει ο κ. Αθουσάκης, η εμπειρία της προηγούμενης κρίσης, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, δημιουργεί έντονο προβληματισμό στον κλάδο. Τότε, οι εργοληπτικές εταιρείες δεν έλαβαν ουσιαστική αποζημίωση για την εκτόξευση του κόστους των καυσίμων. Η αναθεώρηση που δόθηκε περιορίστηκε κυρίως σε οικοδομικά και λιμενικά έργα και ήταν της τάξης περίπου του 5%, όταν στην πράξη οι αυξήσεις σε πολλές κατηγορίες κόστους έφταναν ακόμη και το 70%.

Η επιβάρυνση, όπως σημειώνει, δεν περιορίζεται μόνο στα υλικά, αλλά επεκτείνεται στα εργατικά κόστη, στη λειτουργία των εργοταξίων και στην απόσβεση των μηχανημάτων έργου. Το σύνολο αυτών των παραγόντων αυξάνει σημαντικά το πραγματικό κόστος κατασκευής, εντείνοντας την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση των έργων υποδομής.