Πόσο απειλεί την ελληνική αλιεία η εισβολή του λαγοκέφαλου

Στις πιο θερμές θαλάσσιες ζώνες της νότιας Ελλάδας το είδος έχει ήδη παγιώσει την παρουσία του και απειλεί το οικοσύστημα τους

O λαγοκέφαλος απειλεί την ελληνική θαλάσσια οικονομία ©lagomeal-ΕΛΚΕΘΕ

Η αύξηση του πληθυσμού του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες εξελίσσεται σε έναν ολοένα πιο σοβαρό πονοκέφαλο για την αλιεία, ιδίως στη νότια Ελλάδα, όπου το φαινόμενο είναι ήδη πιο έντονο. Παράγοντες της αγοράς και της επιστημονικής κοινότητας περιγράφουν μια κατάσταση που επιβαρύνει το εισόδημα των ψαράδων, προκαλεί ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία και μεταβάλλει σταδιακά την ισορροπία του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υπολογίσει πως το οικονομικό αποτύπωμα των αλλόχθονων ειδών στα κράτη της Μεσογείου κυμαίνεται στα 12 δισ. ευρώ ετησίως.

Πρώτος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ο Αντώνης Ροκάκης, επιχειρηματίας με δραστηριότητα στην εμπορία ιχθύων, πρόεδρος του Επιμελητηρίου Χανίων και αντιπρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, ο οποίος περιγράφει τον λαγοκέφαλο ως μια απειλή που έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της κλιματικής αλλαγής και της αύξησης της θερμοκρασίας στη Μεσόγειο.

Όπως εξηγεί, πρόκειται για ένα από τα ξενικά είδη που εισήλθαν στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω του Σουέζ και σήμερα πλήττουν κυρίως την Κύπρο και τη νότια Ελλάδα, με την παρουσία τους να φτάνει πλέον έως και τις θάλασσες γύρω από την Αττική. Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί σε αντίστοιχη ένταση στη βόρεια Ελλάδα, ο ίδιος εκτιμά ότι αν συνεχιστεί η άνοδος της θερμοκρασίας των υδάτων, είναι θέμα χρόνου η εξάπλωση του φαινομένου και βορειότερα.

Ο Αντώνης Ροκάκης  ©Facebook-Antonis Rokakis

Πολυεπίπεδη η ζημιά που προκαλεί το συγκεκριμένο ψάρι

Σύμφωνα με τον κ. Ροκάκη, η ζημιά που προκαλεί ο λαγοκέφαλος είναι πολυεπίπεδη. Από τη μία πλευρά, επηρεάζει το ίδιο το θαλάσσιο οικοσύστημα, καθώς τρέφεται με αυγά άλλων ψαριών, με ψάρια, αλλά και με άλλους οργανισμούς και φυτική ύλη, περιορίζοντας έτσι τη διαθέσιμη τροφή για άλλα είδη. Από την άλλη, χτυπά απευθείας τη δραστηριότητα των αλιέων, καθώς με τα εξαιρετικά ισχυρά δόντια του μπορεί να κόβει πετονιές, αγκίστρια και δίχτυα, προκαλώντας σημαντικές φθορές στα αλιευτικά εργαλεία.

Ο ίδιος σημειώνει, ότι οι ποσότητες που αλιεύονται αυξάνονται σταδιακά χρόνο με τον χρόνο. Ενώ στην αρχή το φαινόμενο ήταν περιορισμένο, σήμερα, όπως λέει οι επαγγελματίες του κλάδου βλέπουν ολοένα περισσότερους λαγοκέφαλους στα αλιεύματα, χωρίς ωστόσο να υπάρχει εμπορική διέξοδος, αφού το είδος δεν διακινείται στην αγορά ως αλίευμα προς βρώση.

Επικηρυγμένο το είδος στην Κύπρο – Προσφέρεται αποζημίωση στους αλιείς

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη διαφορά Ελλάδας – Κύπρου ως προς τη διαχείριση του προβλήματος. Όπως τονίζει, στην Κύπρο υφίσταται σύστημα οικονομικής ενίσχυσης των ψαράδων για τη σύλληψη λαγοκέφαλου. Στην Ελλάδα, παρότι το ζήτημα συζητείται και είναι γνωστό στις αρμόδιες αρχές και στους ερευνητικούς φορείς, δεν υπάρχει προς το παρόν αντίστοιχο μέτρο. Κατά τον κ. Ροκάκη, απαιτούνται άμεσα παρεμβάσεις, σε έναν κλάδο που ήδη δοκιμάζεται από τη μείωση των αποθεμάτων, τις νέες ρυθμίσεις για την αλιεία που αποκλείουν συγκεκριμένες περιοχές από την αλιευτική δραστηριότητα και τις συνολικότερες πιέσεις που δέχεται το επάγγελμα.

Όπως επισημαίνει, η αλιεία «είναι ήδη ένα δύσκολο και φθίνον επάγγελμα, με όλο και λιγότερους νέους να επιλέγουν να ακολουθήσουν το δρόμο των παλαιότερων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρόσθετη επιβάρυνση από τον λαγοκέφαλο καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο ασφυκτική, ιδίως για τη μικρή παράκτια αλιεία».

H προσπάθεια μετατροπής του λακοκέφαλου σε ιχθυάλευρο και γιατί δεν προχώρησε

Υπενθυμίζουμε ότι από πλευράς του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), έχουν γίνει επιστημονικές προσπάθειες για την αξιοποίηση του λαγοκέφαλου, μεταξύ των οποίων και το πρόγραμμα Lagomeal. Το εν λόγω πρόγραμμα εξέτασε τη δυνατότητα παραγωγής ιχθυαλεύρου από το συγκεκριμένο είδος με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για τη διατροφή άλλων ψαριών. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες από το ρεπορτάζ του powergame.gr το βασικό εμπόδιο στο συγκεκριμένο εγχείρημα, είναι η τοξική ουσία τετραδοτοξίνη, η οποία είναι θερμοανθεκτική και δεν εξουδετερώνεται εύκολα, με αποτέλεσμα τέτοιες απόπειρες να συναντούν σοβαρά πρακτικά προβλήματα.

Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά από την πλευρά της επιστημονικής κοινότητας, κινείται και ο Δρ Δημήτριος Κλαουδάτος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο Τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος, με γνωστικό αντικείμενο «Αλιεία». Ο κ. Κλαουδάτος επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό, επισημαίνοντας όμως ότι το πραγματικό μέγεθος και η μελλοντική του εξέλιξη παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα.

«Χωροκατακτητικό ξενικό είδος με περιορισμένους φυσικούς εχθρούς»

Όπως αναφέρει, ο λαγοκέφαλος είναι ένα χωροκατακτητικό ξενικό είδος με περιορισμένους φυσικούς εχθρούς, το οποίο επεκτείνεται εις βάρος ενδημικών ειδών και αλλάζει σταδιακά τη σύνθεση του οικοσυστήματος. «Στη νότια Ελλάδα, όπου υπάρχουν πλέον εγκατεστημένοι πληθυσμοί, οι ψαράδες αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρές πιέσεις, καθώς σημαντικό μέρος των αλιευμάτων τους μπορεί να είναι λαγοκέφαλοι, δηλαδή ψάρια χωρίς εμπορική αξία, που συχνά καταστρέφουν και τα δίχτυα ή το υπόλοιπο αλίευμα».

Ο καθηγητής Δημήτρης Κλαουδάτος  ©Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος τονίζει επίσης ότι το είδος είναι επικίνδυνο, όχι μόνο για το οικοσύστημα και την αλιεία, αλλά και λόγω της παρουσίας τετραδοτοξίνης, της ισχυρής τοξίνης που καθιστά το ψάρι ακατάλληλο για κατανάλωση. Αυτό, όπως εξηγεί, δυσκολεύει εξαιρετικά την προσπάθεια αξιοποίησής του.

Παρά τις δυσκολίες, ο κ. Κλαουδάτος εκτιμά ότι η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί στην έρευνα, ώστε το είδος είτε να αξιοποιηθεί με κάποιον ασφαλή τρόπο είτε να ενταχθεί σε ένα πιο οργανωμένο πλαίσιο διαχείρισης. Όπως σημειώνει, υπάρχουν σκέψεις για εναλλακτικές χρήσεις, όπως η μετατροπή του σε πρώτη ύλη για άλλες εφαρμογές, όμως για να προχωρήσουν απαιτούνται σοβαρά και στοχευμένα ερευνητικά προγράμματα.

Οι περιοχές που πλήττονται

Ο ίδιος επισημαίνει ότι, αυτή τη στιγμή, η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλη τη χώρα. Σε περιοχές όπως ο Παγασητικός, για παράδειγμα, δεν έχει καταγραφεί αντίστοιχη εγκατάσταση πληθυσμών, καθώς οι τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες δεν φαίνεται να ευνοούν ακόμη την εξάπλωσή του. Αντίθετα, στις πιο θερμές θαλάσσιες ζώνες της νότιας Ελλάδας, το είδος έχει ήδη παγιώσει την παρουσία του, με αποτέλεσμα οι τοπικοί αλιείς να βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα καθημερινό και διαρκώς εντεινόμενο πρόβλημα.

Παράλληλα, ο κ. Κλαουδάτος σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν είναι όλα τα ξενικά είδη εξ ορισμού αρνητικά για την αλιεία. Όπως λέει, υπάρχουν είδη που έχουν εισέλθει από την Ερυθρά Θάλασσα και μπορούν να αλιευθούν και να καταναλωθούν κανονικά, προσφέροντας ενδεχομένως νέες ευκαιρίες για τον κλάδο. Ωστόσο, στην περίπτωση του λαγοκέφαλου, η τοξικότητα και η επιθετική του συμπεριφορά τον καθιστούν σήμερα καθαρά προβληματικό είδος.