Νέο καταναλωτικό μοντέλο λόγω ακρίβειας: Στροφή στις προσφορές, στα απαραίτητα και τις μεγάλες αλυσίδες

Οι καταναλωτές λειτουργούν πλέον πολύ πιο μεθοδικά, προγραμματίζουν περισσότερο τις αγορές του και στρέφονται όλο και πιο συστηματικά στα σούπερ μάρκετ για την κάλυψη καθημερινών αναγκών.

ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ©ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Καταναλωτική συμπεριφορά εμφανώς συγκρατημένη, με έντονα σημάδια οικονομικής πίεσης αλλά και μεγαλύτερης «ωρίμανσης» στις αγοραστικές αποφάσεις, καταγράφει η νέα έρευνα που παρουσιάστηκε για λογαριασμό του Ινστιτούτου Πωλήσεων Ελλάδος από τη Circana. Παρουσιάζοντας την έρευνα, ο διευθύνων σύμβουλος της Circana Hellas, Παναγιώτης Μπορετός, σημείωσε ο Έλληνας καταναλωτής λειτουργεί πλέον πολύ πιο μεθοδικά, προγραμματίζει περισσότερο τις αγορές του και στρέφεται όλο και πιο συστηματικά στα σούπερ μάρκετ για την κάλυψη καθημερινών αναγκών.

Σύμφωνα με την έρευνα, 6 στους 10 καταναλωτές, δηλώνουν ότι αγοράζουν κυρίως προϊόντα που βρίσκονται σε προσφορά στα σούπερ μάρκετ, αναζητώντας τρόπους να περιορίσουν το συνολικό κόστος του καλαθιού. Την ίδια ώρα, το 57% αναφέρει ότι έχει μειώσει τις αγορές μη αναγκαίων ειδών, βάζοντας σε πρώτη προτεραιότητα μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

Η πίεση εξαιτίας των τιμών οδηγεί, παράλληλα, σε στροφή προς φθηνότερες επιλογές. Πάνω από τους μισούς καταναλωτές, σε ποσοστό 52%, συγκρίνουν τιμές και τελικά επιλέγουν συνήθως τη φθηνότερη μάρκα. Ενδεικτικό της αλλαγής που συντελείται είναι και το γεγονός ότι το 43% δηλώνει ότι αγοράζει περισσότερα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, επιβεβαιώνοντας την ενίσχυση της συγκεκριμένης επιλογής στο νέο καταναλωτικό τοπίο.

Το 29% αγοράζει μικρότερες ποσότητες ή ψωνίζει λιγότερο συχνά

Την ίδια στιγμή, ένα σημαντικό μέρος των νοικοκυριών περιορίζει ακόμη περισσότερο τις αγορές του: το 29% αγοράζει μικρότερες ποσότητες ή ψωνίζει λιγότερο συχνά, ενώ το 21% δηλώνει ότι έχει σταματήσει την αγορά συγκεκριμένων προϊόντων. Μικρότερο αλλά υπαρκτό είναι και το ποσοστό εκείνων που στρέφονται περισσότερο στα κατεψυγμένα αντί για φρέσκα προϊόντα, το οποίο διαμορφώνεται στο 10%.

Η οικονομική ανασφάλεια είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου διαδοχικών αναταράξεων, που έχουν αλλάξει σε βάθος τις συνήθειες των νοικοκυριών. Η δεκαετής οικονομική κρίση, η πανδημία, η πληθωριστική έκρηξη αλλά και οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τις νέες εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή, έχουν διαμορφώσει έναν καταναλωτή πιο επιφυλακτικό και περισσότερο προσανατολισμένο στην τιμή ενός αγαθού.

ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ©ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ©ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα των νοικοκυριών εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση. Από τους 1.300 συμμετέχοντες, το 26% δήλωσε ότι αρκετά συχνά δεν καταφέρνει να καλύψει το σύνολο των εξόδων του, ενώ στον αντίποδα μόλις το 25% απάντησε ότι ανταποκρίνεται με σχετική άνεση στις μηνιαίες υποχρεώσεις του. Ανάμεσα σε όσους δηλώνουν ότι δυσκολεύονται, το 43% αναγκάζεται να χρησιμοποιεί αποταμιεύσεις για να καλύψει ανάγκες, το 27% έχει ζητήσει στήριξη από συγγενικά πρόσωπα, το 14% έχει δανειστεί από φίλους ή οικογένεια, ενώ ένα ακόμη 7% ανέφερε ότι προσέφυγε σε δανεισμό για έκτακτες ανάγκες.

Περικοπές σε δαπάνες που δεν θεωρούνται απαραίτητες

Η πίεση αυτή αποτυπώνεται καθαρά και στις επιλογές κατανάλωσης. Οι περικοπές εντοπίζονται κυρίως σε δαπάνες που δεν θεωρούνται πρώτης ανάγκης. Το 84% δηλώνει ότι περιορίζει την έξοδο για φαγητό σε εστιατόρια, ενώ ίδιο ποσοστό εμφανίζεται να μειώνει αγορές σε ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ. Το 81% κόβει έξοδα διασκέδασης, το 80% προσπαθεί να εξοικονομήσει χρήματα από την κατανάλωση ρεύματος, το 79% περιορίζει τις εκδρομές, το 74% μειώνει τις καλοκαιρινές διακοπές, το 70% ξοδεύει λιγότερα για δώρα και το 61% περιορίζει ακόμη και τις μετακινήσεις με το αυτοκίνητο.

Παρά τη γενικευμένη προσπάθεια περιορισμού δαπανών, υπάρχουν κατηγορίες που παραμένουν στον πυρήνα των βασικών αναγκών. Τα τρόφιμα, η υγεία, η ενέργεια και η εκπαίδευση συνεχίζουν να θεωρούνται αδιαπραγμάτευτες δαπάνες, έστω κι αν και σε αυτές τις κατηγορίες το περιθώριο άνεσης έχει περιοριστεί αισθητά.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το κριτήριο της τιμής αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα από τη δύναμη της μάρκας. Οι προσφορές μετατρέπονται σε βασικό εργαλείο επιλογής, ενώ ενισχύεται σταθερά και η παρουσία των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Όπως σημείωσε ο κ. Μπορετός, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αντιστοιχούν πλέον περίπου στο 27,5% του συνολικού τζίρου των σούπερ μάρκετ, με την τάση να παραμένει ανοδική. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαφορά τιμής, η οποία στην ελληνική αγορά φθάνει περίπου το 30% υπέρ της ιδιωτικής ετικέτας, όταν σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές το αντίστοιχο χάσμα είναι αισθητά μικρότερο και κινείται κοντά στο 20% ή και χαμηλότερα.

Η έρευνα καταγράφει επίσης ότι το σούπερ μάρκετ απορροφά όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της συνολικής κατανάλωσης. Τα νοικοκυριά αναζητούν πιο οικονομικές λύσεις εντός σπιτιού, επιλέγοντας προϊόντα που υποκαθιστούν δαπάνες εκτός σπιτιού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 67% δηλώνει ότι παραγγέλνει φαγητό για το σπίτι, ενώ το 59% αγοράζει καφέ take away ή παραγγέλνει καφέ. Η τάση αυτή συνδέεται και με την ενίσχυση κατηγοριών όπως τα έτοιμα γεύματα, τα προϊόντα έτοιμα για μαγείρεμα και τα αλκοολούχα ποτά που πωλούνται μέσα από τα σούπερ μάρκετ.

Πέρα από τα αριθμητικά ευρήματα, η μελέτη αποτυπώνει και το ψυχολογικό φορτίο που κουβαλά πλέον ένα μεγάλο μέρος του καταναλωτικού κοινού. Μόλις ένας στους πέντε δηλώνει ότι αισθάνεται οικονομικά ασφαλής, ενώ το 45% αναφέρει ότι βιώνει οικονομική ανασφάλεια. Την ίδια στιγμή, μόνο ένας στους έξι δηλώνει ότι ευημερεί, ένδειξη ότι η αβεβαιότητα συνεχίζει να κυριαρχεί στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.

Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή