Θετικοί για την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 880 στα 920 ευρώ τον μήνα, εμφανίζονται οι εργοδότες, ωστόσο υπογραμμίζουν ότι η αλλαγή αυτή επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις. Ζητούν μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση αυτής της επιβάρυνσης.
Οι φορείς της αγοράς προειδοποιούν ότι η αύξηση των μισθών δεν πρέπει να πλήξει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό ζητούν αντισταθμιστικά μέτρα, δεδομένου ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισ. ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα. Μεταξύ των προτάσεών τους περιλαμβάνονται η μείωση του μη μισθολογικού κόστους και η ελάφρυνση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών.
Στη σωστή κατεύθυνση κινείται η απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ, δήλωσε ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης και ζητά «αναπτυξιακά κίνητρα για παραγωγική οικονομία με καλά αμειβόμενους εργαζόμενους».
Συγκεκριμένα ο κ. Καφούνης δήλωσε:
«Η κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτει πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και μέρος της αναμένεται να κατευθυνθεί στην εγχώρια κατανάλωση. Για την αντιστάθμιση όμως της νέας επιβάρυνσης σε μία δύσκολη όπως εξελίσσεται χρονιά, οι επιχειρήσεις αναμένουν ρυθμίσεις για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών αλλά και αποσύνδεση του εμπορίου, του πλέον διασυνδεδεμένου με τη φορολογική διοίκηση κλάδου, από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης.
Στόχος της ΕΣΕΕ και σταθερή επιδίωξη του εμπορικού κόσμου είναι ένα πλαίσιο αναπτυξιακών κινήτρων για μια ισχυρή, παραγωγική οικονομία που θα μπορεί να αμείβει σωστά τους εργαζόμενους της και να δημιουργεί νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας».
Χατζηθεοδοσίου: Σωστή η αύξηση μισθού, αλλά χρειάζεται στήριξη
Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας Γιάννης Χατζηθεοδοσίου στηρίζει την αύξηση του κατώτατου μισθού, ζητώντας παράλληλα μέτρα στήριξης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την αγορά.
«Κάθε ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών βρίσκει σύμφωνο το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, οπότε τασσόμαστε υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού», αναφέρει σε δήλωση του ο πρόεδρος του ΕΕΑ και επίτιμος διδάκτορας ΠΑ.ΠΕΙ. & Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.
«Είναι μία σωστή κίνηση από την πλευρά της κυβέρνησης καθώς για να μπορέσουν οι πολίτες να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους αλλά και για να κινηθεί η αγορά, απαιτείται να έχουν διαθέσιμο εισόδημα. Στόχος πρέπει να είναι το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων να προσεγγίζει αυτό των Ευρωπαίων. Οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε», σημειώνει ο κ. Χατζηθεοδοσίου και προσθέτει:
«Δεν μπορούμε όμως να μένουμε μόνο στην αύξηση του κατώτατου μισθού. Γιατί πρόκειται για μία εξέλιξη που επιβαρύνει εκ νέου τις επιχειρήσεις. Οπότε στην εξίσωση πρέπει να προστεθούν μέτρα για την τόνωση της επιχειρηματικότητας -κυρίως της μεσαίας- έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν και οι επιχειρήσεις στη νέα πραγματικότητα.
Όταν παραμένουν υποχρεώσεις όπως η προκαταβολή φόρου, το τέλος επιτηδεύματος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, τα ακριβά ενοίκια, χρειάζεται ένα αντιστάθμισμα για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνεχής επιβάρυνση των μικρομεσαίων, ειδικά σε μία χρονική στιγμή που οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν βάναυσα το εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνουν την κατανάλωση.
Θέλω να πιστεύω ότι η κυβέρνηση έχει υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα και αναμένω να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για την ενίσχυση του επιχειρείν και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Τέλος, οφείλω να σημειώσω ότι η όποια μεταβολή στον κατώτατο μισθό και γενικά στις αποδοχές των εργαζομένων θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, χωρίς να εμπλέκεται η όποια κυβέρνηση. Έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν ότι με καλή θέληση μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος, χωρίς ενδιάμεσους».
Κορκίδης: Η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει «αυτοχρηματοδότηση» της αγοράς
Μετά την ανακοίνωση της αύξησης του κατώτατου μισθού από τον Πρωθυπουργό στο Υπουργικό Συμβούλιο της 26ης Μαρτίου 2026, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, δήλωσε:
«Η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν είναι απλώς “λίγα ευρώ παραπάνω”. Έχει πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που επηρεάζουν εργαζόμενους, επιχειρήσεις και, συνολικά,την οικονομία», δήλωσε ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης και πρόσθεσε:
«Στην πράξη σημαίνει άμεση αύξηση του καθαρού εισοδήματος για πάνω από 575.000 εργαζόμενους ή το 23% των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα που αμείβονται με κατώτατο μισθό. Σημαίνει περισσότερα “χρήματα στην τσέπη” και ενίσχυση των όρων της αγοραστικής δύναμης PPS, ιδίως στα χαμηλά εισοδήματα, σε συνδυασμό και με τη μειωμένη φορολογία. Ο κατώτατος μισθός λειτουργεί σαν βάση για όλο το μισθολογικό σύστημα και συμπαρασύρει όλη την αγορά μισθών, αφού η αύξηση δεν μένει μόνο στον κατώτατο, αλλά ανεβάζει όλους τους μισθούς που επηρεάζονται από τριετίες, επιδόματα και υπερωρίες. Η αύξηση των 22 επιδομάτων και, κυρίως, των βασικών, που αφορούν στους περισσότερους εργαζόμενους, όπως άδειας, γάμου, μητρότητας, κοινωνικών παροχών, καθώς ανεργίας και προγραμμάτων της ΔΥΠΑ, υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό. Παράλληλα, έχει έμμεσο αντίκτυπο και στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος λειτουργεί ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό. Εκτιμάται ότι περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν μηνιαία αύξηση, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα μισθολογικά κλιμάκια.
Ωστόσο, χρειάζεται ισορροπία για να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα, για αυτό και οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων πρέπει να κινούνται με γνώμονα το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις και, ιδιαίτερα, τις μικρές, καθώς και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας προς αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων από την αύξηση του “μοναδιαίου κόστους εργασίας” και των πληθωριστικών πιέσεων. Ο στρατηγικός στόχος της διετίας 2026-2027, παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα, είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισ. ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι από την 1η Απριλίου 2026, που θα τεθεί σε ισχύ ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, η αύξηση του 4,5% θα φανεί πρώτα στο Δώρο Πάσχα, το οποίο θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου. Ουσιαστικά, παρά το μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα για εργαζόμενους, μείωση των ανισοτήτων αμοιβών, τόνωση της κατανάλωσης, στήριξη της ανάπτυξης και συνολικά της οικονομίας. Τέλος, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει άμεσα, περισσότερα χρήματα από τις επιχειρήσεις στους εργαζόμενους τους και έμμεσα, σημαίνει “αυτοχρηματοδότηση” της αγοράς».
ΓΣΕΕ: Η περιορισμένη αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης
«Την ώρα που οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό», αναφέρει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) σε ανακοίνωσή της, επισημαίνοντας ότι μία τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση, εξακολουθούν να πιέζουν σοβαρά τα εισοδήματα των εργαζομένων.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, «τα στοιχεία των μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καταγράφουν ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του μήνα, ενώ η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην κατάταξη της αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εκτίμηση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2026 προσδιορίζει τον μηνιαίο ακαθάριστο κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης στα 1.052 ευρώ μεικτά.
Η Συνομοσπονδία τονίζει για ακόμη μία φορά ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Η μόνη ουσιαστική θεσμική διαδικασία παραμένει η επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, καθώς η πρόσφατη Κοινωνική Συμφωνία απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων.
Μόνο μέσα από αυτήν τη διαδικασία μπορεί ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να γίνεται με τρόπο δίκαιο και βιώσιμο, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπείς αποδοχές και όρους απασχόλησης για τους εργαζόμενους».