Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ σε συνεργασία με τη CEPAL, το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα συνεχίζει να διογκώνεται, αποτελώντας ένα από τα κρισιμότερα διαρθρωτικά ζητήματα της εγχώριας οικονομίας.
Η μελέτη καταγράφει αναλυτικά τις οφειλές νοικοκυριών και επιχειρήσεων προς το τραπεζικό σύστημα, τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Βάσει των στοιχείων, το συνολικό ύψος του ιδιωτικού χρέους ανήλθε στα 407,6 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025. Η αύξηση αυτή αποδίδεται τόσο στην ενίσχυση των τραπεζικών χορηγήσεων όσο και στη διαρκή συσσώρευση υποχρεώσεων προς το Δημόσιο. Στο τελικό ποσό περιλαμβάνονται τα ενήμερα δάνεια, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, καθώς και οι αντίστοιχες προσαυξήσεις.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι οι οφειλές σε καθυστέρηση αγγίζουν τα 236 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 58% του συνολικού χρέους. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις υποχρεώσεις προς το κράτος, καθώς το 69-70% των ληξιπρόθεσμων χρεών αφορά την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, υπερβαίνοντας το βάρος του τραπεζικού δανεισμού.
Το χρέος που συνδέεται με δανειακές συμβάσεις διαμορφώνεται περίπου στα 245 δισ. ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί σχεδόν με το σύνολο του ελληνικού ΑΕΠ.
Τη μερίδα του λέοντος κατέχουν τα επιχειρηματικά δάνεια, ενώ ακολουθούν με μικρότερα ποσοστά τα στεγαστικά και καταναλωτικά. Παράλληλα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) αποτελούν το 30% του συνόλου, με την πλειονότητα αυτών να βρίσκεται πλέον υπό τη διαχείριση των servicers και όχι στους τραπεζικούς ισολογισμούς.
Συμπερασματικά, η έκθεση υπογραμμίζει ότι παρόλο που τα «κόκκινα» δάνεια έχουν υποχωρήσει σε σύγκριση με την περίοδο της κρίσης, το συνολικό ιδιωτικό χρέος παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Το πρόβλημα έχει αλλάξει μορφή, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τις τράπεζες προς τις φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές, γεγονός που αποδεικνύει ότι η οριστική αντιμετώπισή του παραμένει σε εκκρεμότητα.