Τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μικρέμποροι της χώρας αναδεικνύει η νέα μελέτη της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου & Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ). Όπως είπε ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Σταύρος Καφούνης, η νέα ετήσια έκθεση της ΕΣΕΕ για το Ελληνικό Εμπόριο δείχνει ότι η μικρή και μεσαία εμπορική επιχείρηση της χώρας πιέζεται ιδιαίτερα.
«Η συντριπτική πλειονότητα των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων κινείται μεταξύ στασιμότητας και μείωσης τζίρου, ενώ το λειτουργικό κόστος παραμένει επίμονα υψηλό, εξαντλώντας τη ρευστότητα», είπε ο κ. Καφούνης. «Την ίδια ώρα», πρόσθεσε, «ο τζίρος μετατοπίζεται σταδιακά προς τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, εντείνοντας τις ανισότητες και θέτοντας σε δοκιμασία την επιβίωση χιλιάδων επαγγελματιών».
Προς την κατεύθυνση αυτή η ΕΣΕΕ δεν ζήτησε την προστασία του κράτους και την περιχαράκωση του εμπορίου. Διεκδικεί όπως αναφέρθηκε ένα πιο δίκαιο και βιώσιμο πλαίσιο: στήριξη των συνεπών επιχειρηματιών με έκπτωση στη φορολογία, μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, κατάργηση παρωχημένων μνημονιακών επιβαρύνσεων όπως το τέλος επιτηδεύματος και της προκαταβολής φόρου, αποσύνδεση του εμπορίου από το τεκμαρτό εισόδημα, στήριξη της πραγματικής οικονομίας που δοκιμάζεται με γενναία ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 120 δόσεις, άρση των ανισοτήτων μεταξύ περιφερειών, καθώς και παρέμβαση υπέρ ενός ανοικτού και στις ΜμΕ τραπεζικού συστήματος.
Επίσης ο κ. Καφούνης ζήτησε την κατάργηση του de minimis στα μικροδέματα, όπως για παράδειγμα έπραξαν οι ΗΠΑ. «Λέμε ξεκάθαρα: ναι στο ανοιχτό εμπόριο με κανόνες, όπως είναι το νέο πλαίσιο για τα μικροδέματα μέχρι να φτάσουμε στην τελωνειακή ένωση και στην οριστική κατάργηση του περιβόητου de minimis, της κερκόπορτας δηλαδή που επέτρεψε το 2025 5,8 δισεκατομμύρια δέματα με αύξηση 26% να μπαίνουν καθημερινά στα σπίτια των ευρωπαίων καταναλωτών, χωρίς έλεγχο, χωρίς ασφάλεια, χωρίς δασμούς και φόρους όπως πληρώνουν όλες οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις», είπε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στις τελευταίες εξελίξεις σε γεωπολιτικό επίπεδο, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ ανέφερε ότι, οδηγούν την εμπορική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια νέα φάση: πιο πολιτικοποιημένη, πιο αμυντική και άρρηκτα συνδεδεμένη με την οικονομική ασφάλεια και τη βιομηχανική στρατηγική. Όμως το εμπόριο και ιδιαίτερα, το λιανικό και το χονδρικό, στηρίζεται στις ανοιχτές αγορές: για την επάρκεια των προϊόντων, για την ποικιλία, για τη διασφάλιση προσιτών τιμών, για την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, για την ίδια την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, τις μικρότερες επιχειρήσεις και τελικά το κόστος ζωής. Χρειάζεται ένα αξιόπιστο ευρωπαϊκό σχέδιο για προσιτή ενέργεια, που να διασφαλίζει επάρκεια και σταθερές, ανταγωνιστικές τιμές για την παραγωγή και τη μεταποίηση. Δεν πρόκειται για υποχώρηση από την πράσινη μετάβαση ή τους κλιματικούς στόχους, αλλά για μια πιο ισορροπημένη πολιτική, με συνεκτικούς κανόνες, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και λιγότερη γραφειοκρατία.
Πρόκειται, τελικά, για ζήτημα ανθεκτικότητας ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Γι’ αυτό η Πολιτεία οφείλει να κινηθεί άμεσα και αποφασιστικά, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η αλυσίδα αξίας και το ενεργειακό κόστος δοκιμάζουν τις αντοχές της αγοράς. «Το ελληνικό εμπόριο δεν ζητά προνόμια. Ζητά τον ρόλο που του αναλογεί», κατέληξε ο κ. Καφούνης.
Βασικά συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της ΕΣΕΕ
Το σύγχρονο ελληνικό εμπόριο βρίσκεται σε μία κρίσιμη καμπή της μακράς και σύνθετης προσαρμογής του στις απαιτήσεις του ασταθούς διεθνούς οικονομικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Ο αθέμιτος ανταγωνισμός από τις ασιατικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου αποσπά ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της καταναλωτικής δαπάνης από τα φυσικά καταστήματα, ενώ η ψηφιακή και η πράσινη μετάβαση παραμένουν το κυρίαρχο δίπολο ευκαιριών και προκλήσεων για τις επιχειρήσεις.
Η έκθεση της ΕΣΕΕ για το 2025 αναδεικνύει ότι το ελληνικό εμπόριο παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα (17,3%), διατηρώντας τη σημαντική θέση του στην ελληνική οικονομία (11% του ΑΕΠ), ενώ κατέχει τη 12η θέση συμβολής στο τζίρο του Ευρωπαϊκού Λιανικού Εμπορίου ανάμεσα στους 30 της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς.
Ωστόσο, ο πληθωρισμός απορροφά το σύνολο σχεδόν της ετήσιας αύξησης του τζίρου. Την ίδια περίοδο, η αλλαγή των κανόνων του παγκόσμιου εμπορίου, οι νέες καταναλωτικές τάσεις που μετατοπίζουν τον τζίρο στα ψηφιακά κανάλια πωλήσεων, καθώς και η παρατεταμένη συμπίεση και στροφή της καταναλωτικής δαπάνης στα αγαθά πρώτης ανάγκης, αλλάζουν τον χάρτη της αγοράς: οι ΜμΕ αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις και το υπέρογκο λειτουργικό κόστος αποτελεί σοβαρό παράγοντα ανάσχεσης μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων.
Ως κυριότερα σημεία προβληματισμού επισημαίνονται τα εξής:
- Τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις δεν παρουσιάζουν αύξηση στον κύκλο εργασιών τους.
- Η πίεση στις μικρότερες εμπορικές επιχειρήσεις είναι αρκετά μεγαλύτερη καθώς οι επιχειρήσεις με διπλογραφικά βιβλία παρουσιάζουν αύξηση της τάξης του 2,8% ενώ με απλογραφικά μείωση που προσεγγίζει το -3,6%. Η πίεση είναι μεγαλύτερη σε ένδυση/υπόδηση.
- Οι μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις στο λιανικό παρουσιάζουν συρρίκνωση καθώς το 35% καταγράφει μείωση του κύκλου εργασιών.
- Οι οικονομικές υποχρεώσεις, η έλλειψη ρευστότητας και η διαχείριση των ανατιμήσεων αποτελούν τις σημαντικότερες προκλήσεις για τις εμπορικές επιχειρήσεις.