Στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας υπό το φως των διεθνών εξελίξεων, αναφέρθηκε όπως ανέφερε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας με τους δημοσιογράφους Σωτήρη Ξενάκη και Βασίλη Σκουρή στο ραδιόφωνο των «Παραπολιτικών».
Όπως σημείωσε, η οικονομία πλήττεται από μια αλληλουχία δυσάρεστων γεγονότων: είχαμε την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία, κατόπιν τους δασμούς Τραμπ και άλλες διεθνείς εντάσεις, με αρνητικές επιπτώσεις για όλη την Ευρώπη, που είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Η διάρκεια και η ένταση του πολέμου παραμένουν αβέβαιες, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις αποδείχθηκαν αισιόδοξες για τον ένα μήνα μόνο έχουν ήδη ανατραπεί. Οι καταστροφές εγκαταστάσεων στον κόλπο και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι, παρά τις δυσκολίες, δεν υπάρχει κίνδυνος η κατάσταση να ξεφύγει από κάθε έλεγχο, καθώς κανένας δεν συμφέρει κανέναν η συνέχιση του πολέμου, ούτε καν τις ΗΠΑ. «Θέλω να πιστεύω ότι ο πόλεμος θα λήξει γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι πρόκειται για επιλογή και όχι ανάγκη.
Με φοβίζει ο στασιμοπληθωρισμός
Σχετικά με τα μέτρα στήριξης της οικονομίας, υπογράμμισε ότι όλες οι χώρες έχουν ήδη λάβει ήπια μέτρα, ενώ η Ελλάδα διαθέτει αρκετά «μαξιλαράκια» ασφαλείας, αποθεματικά, πλεονάσματα και κεφαλαιοποιημένες τράπεζες. Ωστόσο, σε περίπτωση συνέχισης του πολέμου, ενδέχεται να χρειαστούν περαιτέρω μέτρα, καθώς ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού είναι υπαρκτός. «φοβίζει ο στασιμοπληθωρισμός», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο του σεναρίου βάσης της Τράπεζας της Ελλάδος, που θα παρουσιαστεί την ερχόμενη Δευτέρα, η ανάπτυξη για φέτος προβλέπεται 1,9% από 2,1%, υπό την προϋπόθεση μέσης τιμής 81 δολαρίων το βαρέλι.
Ο διοικητής της ΤτΕ τόνισε επίσης την ανάγκη για μεγαλύτερη αυτονομία της Ευρώπης, μέσω μιας ομοσπονδιακής τραπεζικής και ενεργειακής ένωσης, και τον απογαλακτισμό από τα ορυκτά καύσιμα. Η ελληνική κρίση αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς χωρίς αυτή δεν θα είχε δημιουργηθεί το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. «Η Ελλάδα αποδείχθηκε η “μαμή της Ιστορίας”», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τέλος, επικαλέστηκε τον Μπιρόλ, υπογραμμίζοντας ότι αν συνεχιστεί ο πόλεμος, η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών, καθιστώντας αναγκαία μια ενιαία και ενοποιημένη αντίδραση.
Νέο καμπανάκι για τον πληθωρισμό στην Ευρώπη χτύπησε Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας την ανάγκη ενοποίησης των αγορών και αντιμετώπισης των εμποδίων στις συναλλαγές. Όπως τόνισε, η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει σε κοινή έκδοση χρέους, ενίσχυση της άμυνας, πράσινη μετάβαση και επένδυση σε νέες τεχνολογίες, ώστε όταν σταματήσει ο πόλεμος να επιστρέψει σε μία κανονικότητα.
Τεράστιο λάθος οι εκλογές
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας για την Ελλάδα, χαρακτηρίζοντας τεράστιο λάθος τυχόν πρόωρες εκλογές εν μέσω πολέμου. «Η χώρα αποτελεί παράδειγμα και η οικονομία πηγαίνει πολύ καλά – για ποιο λόγο να κάνουμε τώρα εκλογές;», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Μιλώντας χθες στο συνέδριο του Economist στη Ρουμανία, ο κ. Στουρνάρας εκτίμησε ότι δυσκολότερη μπορεί να αποδειχθεί η παρούσα κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, από εκείνη της περιόδου 2021-22, όπου είχαμε και πάλι έξαρση του πληθωρισμού. «Η διαχείριση της έξαρσης του πληθωρισμού μπορεί να αποδειχθεί από ορισμένες απόψεις δυσκολότερη, σε σύγκριση με εκείνη του επεισοδίου του 2021-22», τόνισε.
Η εκτίμηση αυτή όπως εξήγησε ο ίδιος, εδράζεται πρώτον, στο ότι το το επεισόδιο πληθωρισμού την περίοδο 2021-2022, οι οικονομικές μονάδες δεν είχαν πρόσφατη μνήμη υψηλού πληθωρισμού. Οι προσδοκίες τους βασίζονταν σε δεκαετίες πολύ χαμηλού -ακόμη και αρνητικού- πληθωρισμού.
Έτσι, δεν είχαν κανέναν λόγο να αναμένουν ότι ο πληθωρισμός θα αυξανόταν σε επίπεδο άνω του 10% – όπως τελικά συνέβη. Αυτή τη φορά όμως, η μνήμη του διψήφιου πληθωρισμού είναι νωπή και έτσι οι παραγωγοί και οι μισθωτοί είναι απίθανο να αντιδράσουν τόσο αργά όπως τότε. Έχουν πλέον εξοικειωθεί πολύ περισσότερο με τον υψηλότερο πληθωρισμό.
Δεύτερον, κατά την περίοδο 2021-2022 η νομισματική πολιτική θεωρήθηκε το βασικό σημείο πρόσδεσης των μεσοπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό, κάτι στο οποίο συνέβαλε η υψηλή αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών.