Σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα «Avvenire», ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, αναλύει τον ριζικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας.
Υπογραμμίζει την ανάκτηση της αξιοπιστίας μέσω μεταρρυθμίσεων, ενώ καταθέτει προτάσεις για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας και ενεργειακής ασφάλειας στη Μεσόγειο, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών προκλήσεων.
Αναλυτικά η συνέντευξη του Γιάννη Στουρνάρα
-Κύριε Διοικητά, πώς είναι η ελληνική οικονομία σήμερα σε σύγκριση με πριν από δέκα χρόνια, όταν η κρίση ήταν στο αποκορύφωμά της;
Στην Ελλάδα έχει επέλθει ριζικός μετασχηματισμός. Μετά από μια μακρά περίοδο κρίσης και προσαρμογής, η οικονομία της επανήλθε σε τροχιά ανάπτυξης με ρυθμούς πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ: το ελληνικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, έναντι περίπου 1,4% στη ζώνη του ευρώ. Η ανάπτυξη στηρίζεται στις επενδύσεις και την κατανάλωση, αλλά και στη συμβολή των εξαγωγών, ιδίως του τουρισμού και των υπηρεσιών. Παρατηρείται επίσης μια σταδιακή στροφή προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί: η ανεργία έχει υποχωρήσει κάτω από το 10% και το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό έχει αυξηθεί. Το αποτέλεσμα αυτό βασίζεται στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, δηλαδή την ενίσχυση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών, την ενδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
-Ποιοι παράγοντες κατέστησαν δυνατή τη μετάβαση στην ανάκαμψη;
Η πορεία βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: δημοσιονομική πειθαρχία, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ανάταξη του τραπεζικού συστήματος. Με τα προγράμματα που άρχισαν να εφαρμόζονται από το 2010, το μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα μετατράπηκε σε πλεόνασμα, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει μειωθεί σημαντικά. Οι μεταρρυθμίσεις αφορούσαν τις συντάξεις, την υγεία, την αγορά εργασίας και τη δημόσια διοίκηση, με ευεργετικές συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα μακροπρόθεσμα. Το τραπεζικό σύστημα αναδιαρθρώθηκε μέσω συγχωνεύσεων και στοχευμένων παρεμβάσεων, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός των τραπεζών και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητά τους. Το κοινωνικό κόστος υπήρξε υψηλό, αλλά αποκαταστάθηκε η μακροοικονομική σταθερότητα και η εμπιστοσύνη.
-Ποιες πολιτικές αποκατέστησαν την αξιοπιστία της χώρας;
Η αξιοπιστία αποκαταστάθηκε χάρη στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και στον σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος της ΕΚΤ όσον αφορά την εξασφάλιση ρευστότητας και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η αναδιάρθρωση του χρέους το 2012 βελτίωσε τη βιωσιμότητά του, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν σημαντικά τα επόμενα έτη. Τα έκτακτα μέτρα, όπως οι περιορισμοί στις αναλήψεις μετρητών και την κίνηση κεφαλαίων, συνέβαλαν επίσης στη διατήρηση της σταθερότητας στις πιο κρίσιμες φάσεις.
-Ποια είναι τα διδάγματα που μπορεί να αντλήσει η Ευρώπη από την ελληνική εμπειρία;
Το πρώτο είναι ότι η πολιτική σταθερότητα και η θεσμική αξιοπιστία είναι θεμελιώδους σημασίας. Χωρίς εσωτερική συναίνεση, υπάρχει κίνδυνος να αποτύχουν οι μεταρρυθμίσεις. Το δεύτερο είναι ότι οι ανισορροπίες πρέπει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα: η ονομαστική σύγκλιση δεν αρκεί από μόνη της χωρίς διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Τρίτον, η ποιότητα των μεταρρυθμίσεων είναι σημαντική: απαιτείται ισορροπία μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και ανάπτυξης. Τέλος, το τραπεζικό σύστημα χρειάζεται συνεχή εποπτεία και η διαχείριση των κρίσεων πρέπει να γίνεται με κοινά ευρωπαϊκά μέσα και έγκαιρες παρεμβάσεις.
-Πώς αξιολογείτε σήμερα την ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική;
Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια πολύπλοκη φάση, η οποία χαρακτηρίζεται από πληθωρισμό, γεωπολιτικές εντάσεις και ασθενή ανάπτυξη. Οι ενεργειακοί κλυδωνισμοί έχουν καταστήσει το περιβάλλον δυσχερέστερο, πυροδοτώντας πληθωριστικές πιέσεις. Η ΕΚΤ παραμένει προσανατολισμένη στη σταθερότητα των τιμών, με στόχο την επαναφορά του πληθωρισμού στο 2% μεσοπρόθεσμα. Από δημοσιονομικής πλευράς, είναι αναγκαίο να στηριχθούν τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αποφεύγοντας όμως μέτρα οριζόντια ή παρατεταμένης διάρκειας που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν περαιτέρω τον πληθωρισμό.
-Πού πρέπει να δράσει πιο αποφασιστικά η Ευρωπαϊκή Ένωση;
Χρειαζόμαστε ένα ποιοτικό άλμα. Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών και της ψηφιακής τεχνολογίας, αποτελεί προτεραιότητα για την αύξηση της παραγωγικότητας και της δυνητικής ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να ενισχυθεί η τραπεζική ένωση και να επιταχυνθεί η οικοδόμηση μιας γνήσιας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, ικανής να κινητοποιεί ιδιωτικές αποταμιεύσεις και να τις κατευθύνει προς στρατηγικές επενδύσεις. Αν δεν γίνει αυτό, η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει χρηματοδοτικό κενό σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες.
Ένα δεύτερο ζήτημα είναι η βιομηχανική πολιτική. Η ενέργεια, οι προηγμένες τεχνολογίες, η τεχνητή νοημοσύνη και η άμυνα απαιτούν κοινές στρατηγικές και συντονισμό μεταξύ των κρατών-μελών. Ο σημερινός κατακερματισμός περιορίζει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων και αυξάνει το κόστος. Είναι επίσης αναγκαίο να μειωθούν οι εσωτερικοί φραγμοί που εξακολουθούν να υπάρχουν, να απλουστευθεί το κανονιστικό πλαίσιο και να διευκολυνθεί η μεγέθυνση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι ανταγωνιστικές παγκοσμίως.
Καίριο παραμένει και το ενεργειακό ζήτημα. Η κρίση των τελευταίων ετών έδειξε πόσο ευάλωτη είναι η Ευρώπη: απαιτούνται συντονισμένες επενδύσεις σε υποδομές, διασυνδέσεις και διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας, καθώς και επιτάχυνση της αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών. Δεν πρόκειται μόνο για περιβαλλοντικό στόχο, αλλά για ζήτημα οικονομικής ασφάλειας. Τέλος, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν τα κοινά εργαλεία αντιμετώπισης κρίσεων. Η εμπειρία της πανδημίας έχει δείξει ότι οι κοινές πρωτοβουλίες, όπως τα ευρωπαϊκά επενδυτικά προγράμματα, μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο. Η ενσωμάτωση των εργαλείων αυτών στο θεσμικό οικοδόμημα της Ευρώπης θα συνέβαλε στη σταθεροποίηση της οικονομίας και στη στήριξη της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.
-Πώς θα επηρεάσει το διεθνές περιβάλλον την Ευρώπη;
Η αστάθεια θα παραμείνει υψηλή. Η ΕΕ θα πρέπει να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της επενδύοντας στην ενεργειακή ασφάλεια, την άμυνα και την τεχνολογία. Ταυτόχρονα, είναι ζωτικής σημασίας να διατηρηθεί η εσωτερική συνοχή, να αποφευχθεί ο πολιτικός κατακερματισμός και να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση της ολοκλήρωσης.
-Τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η Ελλάδα σε αυτό το σενάριο;
Η Ελλάδα μπορεί να συμβάλει ως αξιόπιστος εταίρος, χάρη στη μεταρρυθμιστική της πορεία και τη σταθερότητα που έχει επιτευχθεί. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μεσογείου και Βαλκανίων. Επιπλέον, η ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών συμβάλλει στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, ενώ ο ρόλος της στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών παραμένει σημαντικός για τη σταθερότητα της Ένωσης.
