Η καταναλωτική δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών κατέγραψε το 2025 αύξηση 5,5% έναντι του προηγούμενου έτους, χωρίς ωστόσο να επιστρέψει ακόμη στα επίπεδα του 2008, στα χρόνια δηλαδή πριν τη μεγάλη οικονομική κρίση.
Αυτό αποτυπώνουν τα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ έτους 2025, και η υστέρηση είναι αξιοσημείωτη δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα μεγέθη αφορούν ονομαστικούς και αποπληθωρισμένους όρους. Παράλληλα, βεβαίως η έρευνα δείχνει ότι η αύξηση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα και ότι τα πλουσιότερα νοικοκυριά αύξησαν τη δαπάνη τους ταχύτερα από τα φτωχότερα.
Ειδικότερα βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές το 2025 ανήλθε στα 21.842,40 ευρώ ανά νοικοκυριό, από 20.694,48 ευρώ το 2024. Σε μηνιαία βάση, αυτό αντιστοιχεί σε 1.820,20 ευρώ, έναντι 1.724,54 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, δηλαδή σε αύξηση 5,5%. Αν αφαιρεθεί όμως η επίδραση των τιμών, η πραγματική άνοδος της καταναλωτικής δαπάνης περιορίζεται στο 2,9% καθώς η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει ότι ο πληθωρισμός, βάσει του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, διαμορφώθηκε στο 2,59% το 2025.

Περισσότερα χρήματα σε στέγαση, μεταφορές και διαρκή αγαθά
Το μεγαλύτερο μέρος των οικογενειακών προϋπολογισμών εξακολουθεί να κατευθύνεται στις βασικές ανάγκες. Τα τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά απορροφούν το 20,4% της συνολικής δαπάνης, η στέγαση το 14,7% και οι μεταφορές το 13,6%. Ακολουθούν εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία με 11,8% και η υγεία με 7,6%.
Σε σχέση με το 2024, η μεγαλύτερη αύξηση της μέσης μηνιαίας καταγράφηκε στα διαρκή αγαθά, όπου οι δαπάνες ενισχύθηκαν κατά 8,9%. Η στέγαση ακολούθησε με άνοδο 8,3%, η εκπαίδευση με 8,2% και οι μεταφορές με 7,9%. Αντίθετα, η δαπάνη για ασφάλειες και οικονομικές υπηρεσίες μειώθηκε κατά 2,4%.
Στα τρόφιμα η μεγαλύτερη αύξηση της μηνιαίας δαπάνης καταγράφηκε στον καφέ, το τσάι και το κακάο, με 11,9%, στο κρέας με 9,9% και στα ψάρια με 8%. Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι δαπάνες για τρόφιμα βαραίνουν πολύ περισσότερο τους προϋπολογισμούς των οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών.

Οι πλουσιότεροι αύξησαν περισσότερο τις δαπάνες τους
Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών αποκαλύπτει και τη διαφορετική δυναμική ανά εισοδηματική κατηγορία. Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού αύξησε την κατανάλωσή του κατά 4,5% σε σχέση με το 2024 ενώ το πλουσιότερο 20% κατά 6,4%.
Παράλληλα, διευρύνθηκε ελαφρά η απόσταση ως προς το επίπεδο της κατανάλωσης. Η μέση ισοδύναμη δαπάνη του πλουσιότερου 20% είναι πλέον 5,78 φορές υψηλότερη από εκείνη του φτωχότερου 20%, έναντι 5,68 φορές το 2024.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στη σύνθεση της κατανάλωσης. Τα φτωχότερα νοικοκυριά διαθέτουν 31,9% του προϋπολογισμού τους μόνο για τρόφιμα, όταν στο πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 13,2%. Εάν προστεθεί και η στέγαση, τρόφιμα και στέγαση απορροφούν συνολικά 54,4% των δαπανών του φτωχότερου 20% των νοικοκυριών, έναντι 34,5% στο πλουσιότερο 20%.
Με άλλα λόγια, όσο χαμηλότερος είναι ο διαθέσιμος προϋπολογισμός, τόσο μεγαλύτερο μέρος του δεσμεύεται από ανελαστικές ανάγκες, αφήνοντας μικρότερο περιθώριο για αναψυχή, ταξίδια, διαρκή αγαθά ή άλλες προαιρετικές δαπάνες.
Η κατανάλωση ανεβαίνει, αλλά απέχει ακόμη από το 2008
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η μακροχρόνια σύγκριση. Παρότι η μέση μηνιαία δαπάνη αυξάνεται σταθερά μετά την πανδημία, τα νοικοκυριά δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα του 2008.
Τότε η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών ανέρχονταν σε 2.067,62 ευρώ, έναντι 1.820,20 ευρώ το 2025. Η κατανάλωση δηλαδή των νοικοκυριών ήταν το 2025 12% σε σχέση με το 2008. Ακόμη και έναντι του 2010, όταν η μέση δαπάνη διαμορφωνόταν στα 1.910,45 ευρώ, το 2025 είναι χαμηλότερη κατά 4,7%.
Η μεγάλη πτώση των εισοδημάτων που ακολούθησε την οικονομική κρίση οδήγησε τη μέση μηνιαία δαπάνη στο χαμηλότερο σημείο της περιόδου το 2020, στα 1.309,17 ευρώ. Έκτοτε έχει καταγραφεί σημαντική ανάκαμψη: το 2025 η μέση δαπάνη είναι κατά 39% υψηλότερη από το επίπεδο εκείνης της χρονιάς.
Η εικόνα, επομένως, είναι διπλή. Η κατανάλωση των νοικοκυριών ανακάμπτει και το 2025 σημείωσε νέα αύξηση 5.5% σε ονομαστικούς και 2,9% σε πραγματικούς όρους. Όμως βρίσκεται ακόμη αρκετά χαμηλότερα σε σχέση με το 2008, ενώ ταυτόχρονα η άνοδος της δαπάνης είναι ισχυρότερη στα ανώτερα οικονομικά στρώματα ενώ τα απολύτως απαραίτητα εξακολουθούν να απορροφούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού των πιο ευάλωτων νοικοκυριών.
