Κατασκευές: Ποια είναι η επόμενη μέρα των έργων μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Τι λένε κυβέρνηση και ΤΕΡΝΑ, AKTOR, AVAX και ΜΕΤΚΑ για την επόμενη ημέρα του Ταμείου Ανάκαμψης και τη νέα γενιά έργων

Υποδομές © 123rf

Σε αναζήτηση της επόμενης γενιάς έργων μπαίνει ο κατασκευαστικός κλάδος, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης βρίσκεται πλέον στην τελική του φάση και το μοντέλο που έδωσε ισχυρή ώθηση στις επενδύσεις των τελευταίων ετών δεν μπορεί να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους. Το μεγάλο ερώτημα που ανοίγει για την επόμενη περίοδο είναι από πού θα χρηματοδοτηθούν οι νέες υποδομές, ποια έργα θα μπουν σε προτεραιότητα και πώς θα διατηρηθεί η παραγωγική δυναμική που έχουν αναπτύξει οι μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι.

Η εικόνα που διαμορφώνεται έχει δύο όψεις. Από τη μία πλευρά, οι δυνατότητες του Δημοσίου είναι συγκεκριμένες, ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο και οι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να διεκδικούνται σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Από την άλλη, η χώρα εξακολουθεί να έχει μεγάλες ανάγκες σε υποδομές, ενώ οι τεχνικές εταιρείες έχουν ενισχυθεί σημαντικά σε ανθρώπους, εξοπλισμό, τεχνογνωσία και χρηματοοικονομική ισχύ. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι απλώς να βρεθεί το επόμενο χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Είναι να διαμορφωθεί ένα νέο μοντέλο παραγωγής έργων, με καλύτερη ωρίμανση, σαφέστερη ιεράρχηση, μεγαλύτερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και ισχυρότερη σύνδεση της κατασκευής με την επένδυση.

Ταχιάος: «Δεν υπάρχει απεριόριστη δεξαμενή δημόσιου χρήματος»

Τα όρια μέσα στα οποία θα κινηθεί η επόμενη περίοδος έθεσε ο υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Νίκος Ταχιάος, στο χθεσινό 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών – ITC 2026, ξεκαθαρίζοντας κατ’ αρχάς ότι το Ταμείο Ανάκαμψης δεν σχεδιάστηκε πρωτίστως ως μηχανισμός χρηματοδότησης μεγάλων δημοσίων έργων.

Παρά τη σημαντική συμβολή του σε συγκεκριμένες υποδομές, μεγάλο μέρος του προγράμματος κατευθύνθηκε σε μεταρρυθμίσεις και άλλες δράσεις. Επιπλέον, οι αυστηρές προθεσμίες του και η απουσία της δυνατότητας χρηματοδοτικής «γέφυρας», όπως συμβαίνει σε άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα, περιόρισαν τη δυνατότητα ένταξης έργων με μεγάλο χρόνο κατασκευής.

Καθώς ο συγκεκριμένος μηχανισμός φτάνει στην τελική του φάση, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι θα ακολουθήσει ένα δεύτερο αντίστοιχο πρόγραμμα. Ο Νίκος Ταχιάος σημείωσε ότι δεν διαφαίνεται σήμερα διάθεση από χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, να επαναληφθεί ένα χρηματοδοτικό σχήμα αντίστοιχο με εκείνο που δημιουργήθηκε μετά την πανδημία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη βγαίνει από την εξίσωση. Το αντίθετο. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμη για τις ελληνικές υποδομές, καθώς μεγάλο μέρος των έργων που κατασκευάστηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες δεν θα μπορούσε να έχει υλοποιηθεί χωρίς τους κοινοτικούς πόρους.

Η Ελλάδα θα πρέπει επομένως να στραφεί στα επόμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ και στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα διαμορφωθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η διαφορά είναι ότι η πρόσβαση σε αυτά θα είναι περισσότερο ανταγωνιστική, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη ώριμων έργων, τα οποία θα μπορούν να διεκδικήσουν χρηματοδότηση όταν ανοίξουν οι σχετικές δυνατότητες.

Περιορισμένες είναι παράλληλα και οι δυνατότητες του εθνικού σκέλους. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα δημοσιονομικά όρια, ενώ η υπεραπόδοση των κρατικών εσόδων δεν συνεπάγεται ότι τα πρόσθετα ποσά μπορούν αυτομάτως να κατευθυνθούν σε νέα έργα.

Στην ίδια λογική, ούτε οι ΣΔΙΤ ούτε οι παραχωρήσεις αποτελούν μια λύση χωρίς όρια. Στις ΣΔΙΤ, οι πληρωμές διαθεσιμότητας δημιουργούν μακροχρόνιες υποχρεώσεις για το Δημόσιο, ενώ και μια παραχώρηση μπορεί να απαιτεί σημαντική εθνική συμμετοχή. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Πύργος – Καλό Νερό, όπου εξετάζεται η λύση της παραχώρησης, αλλά παραμένει κρίσιμο το ζήτημα της δημόσιας χρηματοδοτικής συμμετοχής.

Το μήνυμα είναι ότι η επόμενη περίοδος απαιτεί επιλογές. Τα έργα, όπως υπογράμμισε ο Νίκος Ταχιάος, δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Πρέπει να εξυπηρετούν πραγματικές ανάγκες, να είναι ώριμα και να βρίσκονται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες της χώρας.

Στασινός: «Πρώτα ώριμα έργα και μετά αυστηρότερος έλεγχος των αναδόχων»

Η ωρίμανση αποτελεί ίσως τη δεύτερη μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας. Ο πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Γιώργος Στασινός, έβαλε στο επίκεντρο τις χρόνιες αδυναμίες που οδηγούν ένα έργο να δημοπρατείται χωρίς να είναι στην πραγματικότητα έτοιμο να κατασκευαστεί.

Απαλλοτριώσεις, ελλιπείς μελέτες, προσφυγές, αρχαιολογικά ζητήματα και διοικητικές εκκρεμότητες μπορούν να προσθέσουν χρόνια στο χρονοδιάγραμμα μιας υποδομής. Για τον πρόεδρο του ΤΕΕ, το Δημόσιο πρέπει να αναλάβει πρώτα τη δική του ευθύνη, εξασφαλίζοντας ότι ένα έργο περνά στον ανάδοχο με σωστές μελέτες και με όσο το δυνατόν περισσότερα από τα κρίσιμα ζητήματα λυμένα.

Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στις απαλλοτριώσεις, καθώς σε πολλές περιπτώσεις η κατασκευαστική σύμβαση ξεκινά ενώ το Δημόσιο δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει πλήρως τους χώρους στους οποίους πρέπει να εκτελεστεί το έργο.

Το ίδιο ισχύει και για τις μελέτες. Όταν ένα έργο δημοπρατείται με ελλείψεις ή αστοχίες στον σχεδιασμό, δημιουργείται έδαφος για αλλαγές, πρόσθετες απαιτήσεις και καθυστερήσεις κατά την κατασκευή.

Από τη στιγμή, όμως, που το κράτος έχει εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις, ο Γιώργος Στασινός θεωρεί ότι πρέπει να γίνεται πολύ αυστηρότερο απέναντι στους αναδόχους.

Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε στο τραπέζι ισχυρότερα μπόνους για τις εταιρείες που μπορούν να ολοκληρώνουν τα έργα νωρίτερα από τις συμβατικές προθεσμίες, αλλά και αντίστοιχες συνέπειες για όσους παρουσιάζουν συστηματικά αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

Μάλιστα, έθεσε το ζήτημα της αξιολόγησης της προηγούμενης συμπεριφοράς κάθε αναδόχου. Μια εταιρεία που εμφανίζει επανειλημμένα προβλήματα στην τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων δεν μπορεί, κατά τον ίδιο, να αντιμετωπίζεται σε κάθε νέο διαγωνισμό σαν να μην υπάρχει προηγούμενο ιστορικό.

Ταυτόχρονα, ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί κάθε καθυστέρηση να αποδίδεται στην κατασκευαστική εταιρεία. Αρχαιολογικά ευρήματα, απαλλοτριώσεις και άλλες εξωγενείς εμπλοκές βρίσκονται πολλές φορές εκτός του ελέγχου του αναδόχου.

Κρίσιμο είναι επίσης να σταματήσει η λογική κατά την οποία κάθε υπηρεσία περιμένει την προηγούμενη για να ξεκινήσει τη δική της διαδικασία. Σε αρκετές περιπτώσεις, σύμφωνα με τον Γιώργο Στασινό, διαφορετικές διαδικασίες μπορούν να εξελίσσονται παράλληλα, περιορίζοντας σημαντικά τον συνολικό χρόνο ωρίμανσης και κατασκευής.

Παναγιωτόπουλος: «Έλλειμμα υποδομών 6 έως 8 δισ. ευρώ κάθε χρόνο»

Αν το Δημόσιο καλείται να επιλέξει αυστηρότερα τα έργα που θα χρηματοδοτήσει, η ανάγκη για νέες υποδομές κάθε άλλο παρά έχει εξαφανιστεί. Ο διευθύνων σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ, Χρήστος Παναγιωτόπουλος, προσδιόρισε το επενδυτικό έλλειμμα στις ελληνικές υποδομές σε περίπου 6 έως 8 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ οι συνολικές ανάγκες που έχουν συσσωρευτεί μετά την πολυετή υποεπένδυση της περιόδου της οικονομικής κρίσης εκτιμώνται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, σε περίπου 40 έως 50 δισ. ευρώ.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται έργα, αλλά πώς αυτά θα χρηματοδοτηθούν. Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη επειδή ο κατασκευαστικός κλάδος έχει αλλάξει μέγεθος. Μέσα στα τελευταία πέντε με έξι χρόνια η αξία παραγωγής του έχει υπερδιπλασιαστεί, ενώ οι μεγάλοι όμιλοι επένδυσαν σημαντικά σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό.

Ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος αναφέρθηκε σε εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα πόρων της τάξης των 23 δισ. ευρώ, υπογραμμίζοντας όμως ότι το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος του ποσού, αλλά το πώς θα μετατραπεί σε πραγματικές επενδύσεις και έργα. Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα του ελλείμματος των ιδιωτικών επενδύσεων. Σύμφωνα με διεθνείς εκθέσεις στις οποίες αναφέρθηκε, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται κατά περίπου 4 έως 4,5 ποσοστιαίες μονάδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο συγκεκριμένο πεδίο.

Για τον επικεφαλής της ΤΕΡΝΑ η απάντηση δεν μπορεί, επομένως, να αναζητείται μόνο στις δημόσιες δημοπρατήσεις. Οι κατασκευαστικές εταιρείες πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα να δημιουργούν επενδύσεις, να αντλούν κεφάλαια, να αξιοποιούν τον δανεισμό και να αναλαμβάνουν επενδυτικό ρίσκο. Ένα από τα μεγαλύτερα νέα πεδία βρίσκεται στο νερό. Ύδρευση, άρδευση, αποθήκευση, έξυπνα δίκτυα, τηλεμετρία και περιορισμός των απωλειών συνθέτουν μια μεγάλη επενδυτική ανάγκη για τα επόμενα χρόνια. Ενδεικτικά, ο ίδιος επικαλέστηκε στοιχεία για τη Λευκάδα, σύμφωνα με τα οποία οι απώλειες του νερού που διοχετεύεται στο δίκτυο φθάνουν ακόμη και το 60%-65%. Το βασικό μήνυμα είναι ότι οι μεγάλοι όμιλοι δεν μπορούν πλέον να κοιτούν μόνο από πού θα έρθει το επόμενο δημόσιο έργο. Όσο μεγαλώνουν τόσο περισσότερο πρέπει να μπορούν να «στέκονται στα πόδια τους», δημιουργώντας και χρηματοδοτώντας οι ίδιοι επενδυτικές ευκαιρίες.

Αρανίτης: «Να μη χαθεί το momentum των κατασκευών»

Στη διατήρηση της παραγωγικής δυναμικής του κλάδου στάθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της AKTOR Κατασκευές και της AKTOR Συμμετοχές, Αναστάσιος Αρανίτης. Τα προηγούμενα χρόνια και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, οι μεγάλες τεχνικές εταιρείες κλήθηκαν να κινηθούν με εξαιρετικά υψηλές ταχύτητες, για να επιτύχουν απαιτητικά ορόσημα και να προχωρήσουν ταυτόχρονα μεγάλο αριθμό έργων.

Ο Αναστάσιος Αρανίτης στάθηκε, μάλιστα, στη συνεργασία που αναπτύχθηκε μεταξύ των τεσσάρων μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων. Όταν τέθηκαν συγκεκριμένα χρονικά ορόσημα, όπως ανέφερε, οι εταιρείες αναζήτησαν τρόπους για να επιτευχθεί ο κοινός στόχος, φθάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις στο σημείο να «βάζει η μία πλάτη στην άλλη», ώστε να μην κινδυνεύσουν ευρωπαϊκοί πόροι. Αυτή η περίοδος άφησε πίσω της έναν πολύ ισχυρότερο κατασκευαστικό κλάδο. Οι εταιρείες διαθέτουν περισσότερους ανθρώπους, μεγαλύτερη τεχνογνωσία και οργανωτικές δομές ικανές να διαχειριστούν μεγάλα και σύνθετα έργα.

Ακριβώς γι’ αυτό, το επόμενο διάστημα είναι κρίσιμο. «Έχουμε ένα momentum, έχουμε μία δυνατότητα να παράξουμε έργα που θα δώσουν σημαντική μεγέθυνση στην οικονομία της χώρας», ήταν το μήνυμα του Αναστάσιου Αρανίτη. Η δυναμικότητα αυτή δεν μπορεί να μείνει χωρίς αντικείμενο. Δημόσια έργα θα συνεχίσουν να υπάρχουν και ήδη νέες υποδομές βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια σχεδιασμού και μελέτης. Παράλληλα, όμως, η επόμενη γενιά πρέπει να επεκταθεί σε νέους τομείς, με τα περιβαλλοντικά έργα και τη διαχείριση των υδάτινων πόρων να βρίσκονται ψηλά στη λίστα. Στο κάδρο μπαίνουν και νέες ανάγκες μεταφορών που δημιουργούνται γύρω από μεγάλους αναπτυξιακούς πόλους.

Για να δημιουργηθεί η επόμενη γενιά έργων απαιτείται, σύμφωνα με τον ίδιο, συντονισμός ανάμεσα στις κατασκευαστικές, το υπουργείο Υποδομών, την πολιτική ηγεσία και τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους φορείς. Πρώτα πρέπει να προσδιοριστούν οι πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και στη συνέχεια να αναζητηθεί ο κατάλληλος συνδυασμός χρηματοδότησης. Σε αυτήν τη λογική κινείται και η AKTOR, η οποία σχεδιάζει την παρουσία της για την επόμενη δεκαετία στη βάση ενός μείγματος δημόσιων και ιδιωτικών έργων.

Μιτζάλης: «Η χώρα χρειάζεται σταθερό σχεδιασμό σε βάθος χρόνου»

Το ζήτημα της συνέχειας συνδέεται άμεσα και με τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα σχεδιάζει τις υποδομές της. Ο εντεταλμένος σύμβουλος του Ομίλου AVAX, Αντώνης Μιτζάλης, έθεσε την ανάγκη ενός περισσότερο μακροπρόθεσμου και συνεκτικού προγράμματος επενδύσεων. Όπως επισήμανε, την τελευταία οκταετία υπήρξαν άνθρωποι σε θέσεις-κλειδιά που συνέβαλαν αποφασιστικά στην προώθηση της δημοπράτησης και εκτέλεσης έργων. Ωστόσο, η πορεία των υποδομών δεν μπορεί να εξαρτάται διαρκώς από συγκεκριμένα πρόσωπα.

Αναφέρθηκε σε παραδείγματα χωρών του εξωτερικού, όπου λειτουργούν φορείς με αντικείμενο τον μακροχρόνιο σχεδιασμό των δημόσιων υποδομών. Μια αντίστοιχη δομή στην Ελλάδα θα μπορούσε να καταγράφει τις πραγματικές ανάγκες, να συμβάλλει στην ιεράρχηση των επενδύσεων και να παρακολουθεί συστηματικά την ωρίμανση κάθε έργου. Η ανάγκη αυτή γίνεται μεγαλύτερη επειδή οι δυνατότητες του κεντρικού κράτους να χρηματοδοτεί νέες υποδομές είναι πεπερασμένες. Όταν οι πόροι δεν επαρκούν για όλα, η ιεράρχηση παύει να είναι επιλογή και γίνεται αναγκαιότητα.

Παράλληλα, ο Αντώνης Μιτζάλης στάθηκε στο ανθρώπινο δυναμικό και στην ανάγκη οι ίδιες οι επιχειρήσεις να επενδύσουν περισσότερο στην εκπαίδευση και στις δεξιότητες. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε ότι η AVAX χρηματοδοτεί εξ ολοκλήρου νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με αντικείμενο τη διοίκηση έργων, ενώ σε συνεργασία με τη ΔΥΠΑ υποστηρίζει Επαγγελματική Σχολή για χειριστές μηχανημάτων έργου.

Μπενρουμπή: «Ο κρατικοδίαιτος εργολάβος έχει πεθάνει»

Την πιο καθαρή εικόνα για το πώς αλλάζει το επιχειρηματικό μοντέλο του κλάδου έδωσε ο αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΜΕΤΚΑ ΑΤΕ, Ντίνος Μπενρουμπή. Η μετάβαση από τα παραδοσιακά δημόσια έργα στις ΣΔΙΤ και στις παραχωρήσεις μεταβάλλει ριζικά τον ρόλο των κατασκευαστικών εταιρειών. Ο ανάδοχος δεν καλείται πλέον μόνο να κατασκευάσει ένα έργο. Περνά στη θέση του επενδυτή, συμμετέχει στη χρηματοδότηση και, ανάλογα με τη σύμβαση, μπορεί να αναλάβει και τη λειτουργία της υποδομής.

Αυτό σημαίνει ότι η τεχνική επάρκεια από μόνη της δεν αρκεί. Μια εταιρεία πρέπει να γνωρίζει πώς θα εξασφαλίσει ίδια και δανειακά κεφάλαια, πώς θα δομήσει χρηματοοικονομικά μια επένδυση και πώς θα διαχειριστεί το ρίσκο της σε βάθος χρόνου. Ο Ντίνος Μπενρουμπή εμφανίστηκε, πάντως, αισιόδοξος για το αντικείμενο που βρίσκεται μπροστά στον κλάδο. Αναφέρθηκε σε σημαντικό χαρτοφυλάκιο κτιριακών ΣΔΙΤ, σε περιβαλλοντικά ΣΔΙΤ άνω του 1 δισ. ευρώ και σε έργα άνω του 1 δισ. ευρώ που συνδέονται με το Connecting Europe Facility.

Στη δεξαμενή των νέων υποδομών ενέταξε επίσης την επέκταση της Λεωφόρου Κύμης και τον άξονα Ελευσίνα – Οινόφυτα. Εκεί ακριβώς τοποθέτησε και τη φράση «λεφτά υπάρχουν», διευκρινίζοντας όμως με έμφαση ότι δεν αναφέρεται σε δημόσιο χρήμα. Οι πηγές χρηματοδότησης που βλέπει βρίσκονται κατ’ αρχάς στις ίδιες τις μεγάλες επιχειρήσεις και στους μητρικούς ομίλους τους, οι οποίοι διαθέτουν ρευστότητα και μπορούν να επενδύσουν σε ΣΔΙΤ και παραχωρήσεις.

Η δεύτερη δεξαμενή είναι οι τράπεζες, οι οποίες, όπως ανέφερε, αναζητούν αξιόπιστους δανειολήπτες και καλά δομημένα έργα, που μπορούν να χρηματοδοτηθούν με project finance. Η τρίτη είναι η κεφαλαιαγορά, με Έλληνες και ξένους θεσμικούς επενδυτές να μπορούν να τοποθετήσουν κεφάλαια σε μια χώρα που διαθέτει πλέον επενδυτική βαθμίδα και ισχυρότερους επιχειρηματικούς ομίλους. Και υπάρχει τέλος η καθαρά ιδιωτική κατασκευαστική αγορά. Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, όπως ανέφερε, επενδύονται σε ξενοδοχειακά έργα και αντίστοιχα μεγάλα ποσά σε κέντρα logistics, δημιουργώντας αντικείμενο που δεν εξαρτάται από τις δημόσιες δημοπρατήσεις. Η αλλαγή αυτή συμπυκνώνεται στη χαρακτηριστική του φράση ότι «ο εργολάβος που είναι κρατικοδίαιτος, εξαρτώμενος από τα λεφτά του Δημοσίου, έχει πεθάνει».

Η επόμενη δεκαετία θα έχει έργα, αλλά με διαφορετικό μοντέλο

Η εικόνα που διαμορφώνεται για την επόμενη ημέρα των κατασκευών δεν παραπέμπει επομένως σε έλλειψη αναγκών. Αντίθετα, το επενδυτικό κενό στις υποδομές παραμένει μεγάλο και νέες απαιτήσεις δημιουργούνται στο νερό, στο περιβάλλον, στις μεταφορές, στην ενέργεια, στα κτιριακά έργα και στις υποδομές που συνοδεύουν τις νέες μεγάλες επενδύσεις.

Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο τα έργα θα περνούν από το χαρτί στο εργοτάξιο. Το Δημόσιο θα πρέπει να ιεραρχεί αυστηρότερα τις ανάγκες και να παραδίδει περισσότερο ώριμα έργα στην αγορά. Η χώρα θα πρέπει να είναι έτοιμη να διεκδικεί εγκαίρως τους νέους ευρωπαϊκούς πόρους. Οι ΣΔΙΤ και οι παραχωρήσεις θα αποκτήσουν μεγαλύτερο βάρος, χωρίς όμως να αποτελούν απεριόριστη λύση για το Δημόσιο. Και οι κατασκευαστικές θα πρέπει να κινητοποιούν όλο και περισσότερο δικά τους, τραπεζικά και θεσμικά κεφάλαια.