Την ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση του εξωτερικού ισοζυγίου της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό αναδεικνύει η Eurobank, καθώς η ισχυρή άνοδος των ταξιδιωτικών εσόδων τα τελευταία χρόνια έχει μετατρέψει τον κλάδο στον βασικό «αιμοδότη» του πλεονάσματος των υπηρεσιών και σε κρίσιμο αντίβαρο στο διαχρονικά υψηλό έλλειμμα του εμπορίου αγαθών.
Η εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική τράπεζα στο εβδομαδιαίο δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» είναι ενδεικτική, καθώς σε όρους κυλιόμενου 12μήνου έως τον Ιούλιο του 2026, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου αντιστοιχούσε πλέον στο 91,4% του συνολικού πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών, όταν την πενταετία πριν από την κρίση χρέους το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 61,9%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή σε σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Το ταξιδιωτικό πλεόνασμα αντιστάθμιζε τον Ιούλιο το 66,8% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, έναντι μόλις 26,1% κατά μέσο όρο την περίοδο Ιουλίου 2003-Ιουλίου 2008. Η αλλαγή αποτυπώνει αφενός τη θεαματική ενίσχυση των τουριστικών εσόδων και αφετέρου τη μείωση του ελλείμματος αγαθών σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την κρίση.
Η «ατμομηχανή» κρύβει και έναν κίνδυνο
Ακριβώς αυτή η εντυπωσιακή άνοδος της συμμετοχής του τουρισμού δημιουργεί, ωστόσο, και έναν βαθμό ευπάθειας για την ελληνική οικονομία. Όπως επισημαίνει η Eurobank, η μεγάλη υποχώρηση της σχετικής συμβολής των μεταφορών σημαίνει ότι το πλεόνασμα υπηρεσιών συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε μία δραστηριότητα.
Με άλλα λόγια, όσο περισσότερο το εξωτερικό ισοζύγιο στηρίζεται στις ταξιδιωτικές εισπράξεις, τόσο περισσότερο εκτίθεται σε ενδεχόμενες διαταραχές που πλήττουν ειδικά τον τουρισμό. Η πανδημία αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του συγκεκριμένου κινδύνου.
Για τον λόγο αυτό, η Eurobank υπογραμμίζει τη σημασία ενίσχυσης και άλλων εξαγωγικών υπηρεσιών, με ιδιαίτερη αναφορά στις μεταφορές. Η αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας και της ισχυρής παρουσίας της ελληνικής ναυτιλίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη διαφοροποίηση του εξαγωγικού μείγματος και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Ταξιδιωτικό ισοζύγιο©Eurobank
Στα 13,5 δισ. οι εισπράξεις
Η εξάρτηση αυτή ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη ανοδική πορεία των τουριστικών εσόδων. Τον Ιούλιο του 2026 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν σε 4,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 7,2% σε ετήσια βάση, ενώ το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου έφθασε τα 4,3 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 5,9%. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου οι εισπράξεις διαμορφώθηκαν στα 13,5 δισ. ευρώ, από 12,1 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, καταγράφοντας άνοδο 12%. Το ταξιδιωτικό πλεόνασμα διευρύνθηκε κατά 11,5%, στα 11,2 δισ. ευρώ.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η άνοδος των εσόδων εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην αύξηση των αφίξεων. Στο επτάμηνο η εισερχόμενη κίνηση αυξήθηκε κατά 8,6%, στα 20 εκατ. ταξιδιώτες, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε μόλις κατά 2,9%, στα 642,5 ευρώ. Την ίδια στιγμή, οι τιμές στις υπηρεσίες ξενοδοχείων, καφέ και εστιατορίων αυξήθηκαν κατά 5,4%.
Η Eurobank επισημαίνει ότι η απόκλιση αυτή αποτελεί ένδειξη πιο αδύναμης πορείας της τουριστικής δαπάνης σε πραγματικούς όρους. Το στοίχημα επομένως είναι διπλό: να αυξηθεί η πραγματική δαπάνη ανά επισκέπτη και, ταυτόχρονα, να μειωθεί η υπερβολική συγκέντρωση του εξωτερικού τομέα υπηρεσιών στον τουρισμό, ώστε η οικονομία να είναι λιγότερο ευάλωτη σε μελλοντικές αναταράξεις.
