Σε άρθρο γνώμης του, ο Πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ, Τάσος Ροζολής, τονίζει την ανάγκη σύνδεσης των εξοπλισμών του Λιμενικού Σώματος με την εγχώρια ναυπηγική βιομηχανία και προτείνει ελάχιστη ελληνική συμμετοχή 25% και ναυπήγηση των νέων πλωτών μέσων εντός της χώρας.
Αναλυτικά το άρθρο
Άρθρο γνώμης του Τάσου Ροζολή, Προέδρου του ΔΣ του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) για το Λιμενικό Σώμα
Επενδύσεις στο Λιμενικό Σώμα με παραγωγική αξία για την Ελλάδα
«Η συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας και η ναυπήγηση των νέων πλωτών μέσων στην Ελλάδα πρέπει να αποτελεί, ab initio και ipso facto, αναπόσπαστο μέρος του σχεδιασμού των εξοπλισμών»
Η Ελλάδα είναι μια χώρα της οποίας η άμυνα, η ασφάλεια, η οικονομία και η διεθνής παρουσία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη θάλασσα.
Υπό αυτή την έννοια, η ενίσχυση του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής αποτελεί μια ακόμη δημόσια επένδυση με αυξημένη οικονομική και βιομηχανική διάσταση, όντας αναπόσπαστο τμήμα της ευρύτερης αρχιτεκτονικής εθνικής ασφάλειας και της εγχώριας αμυντικής και ναυπηγικής βιομηχανικής βάσης.
Σύμφωνα με επίσημες θεσμικές παραδοχές, τα επόμενα χρόνια προβλέπεται να κατευθυνθούν σημαντικοί πόροι στην ανανέωση του στόλου του Λιμενικού. Το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ 2», με τα νέα πλοία ανοικτής θαλάσσης, τα παράκτια περιπολικά, τα ταχέα καταδιωκτικά, τα εναέρια, επιφανείας και υποβρύχια μη επανδρωμένα συστήματα, καθώς και το νέο Κέντρο Επιχειρήσεων, αποτυπώνει το εύρος αυτής της μετάβασης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν (και) αυτή η επένδυση θα περιοριστεί στην εισαγωγή έτοιμων μέσων ή εάν θα αξιοποιηθεί για τη δημιουργία μόνιμης παραγωγικής, τεχνολογικής και υποστηρικτικής ικανότητας εντός της χώρας.
Η απάντηση δεν αφορά μόνο την εγχώρια βιομηχανία. Αφορά πρωτίστως το ίδιο το Λιμενικό Σώμα και τη δυνατότητά του να διατηρεί τα μέσα του επιχειρησιακά διαθέσιμα, να τα συντηρεί, να τα αναβαθμίζει και να τα προσαρμόζει στις ανάγκες του χωρίς μακροχρόνιες και δαπανηρές εξαρτήσεις από το εξωτερικό.
Κοινές βιομηχανικές αρχές για Ένοπλες Δυνάμεις (Άμυνα) και Λιμενικό Σώμα (Ασφάλεια)
Το Λιμενικό Σώμα έχει διαφορετική θεσμική αποστολή από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των μέσων που απαιτούνται για την εκτέλεση αυτών των αποστολών έχει σαφή αμυντικά και υψηλής τεχνολογίας χαρακτηριστικά: πλοία ειδικών απαιτήσεων, προηγμένοι αισθητήρες, ασφαλείς επικοινωνίες, ηλεκτροοπτικά συστήματα, μη επανδρωμένες πλατφόρμες, κυβερνοασφάλεια, λογισμικό σύνθεσης δεδομένων και συστήματα διοίκησης και ελέγχου.
Για τον λόγο αυτό, χωρίς να συγχέονται οι αποστολές ή τα θεσμικά πλαίσια των δύο φορέων, η εξοπλιστική πολιτική του Λιμενικού πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τις βασικές αρχές της νέας εθνικής πολιτικής για την άμυνα: ουσιαστική εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή, ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού, ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας και δυνατότητα υποστήριξης των συστημάτων καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής τους.
Η πολιτική κατεύθυνση για συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα της Άμυνας αποτελεί ένα σημαντικό σημείο αναφοράς. Ο ίδιος στόχος πρέπει να εφαρμοστεί, με τις αναγκαίες θεσμικές και χρηματοδοτικές προσαρμογές, και στα μεγάλα προγράμματα προμηθειών του Λιμενικού.
Ο ΣΕΚΠΥ προτείνει, επομένως, τη θέσπιση ελάχιστου στόχου εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής 25% στα νέα εξοπλιστικά και τεχνολογικά προγράμματα του Λιμενικού Σώματος.
Η συμμετοχή αυτή πρέπει να είναι πραγματική, μετρήσιμη και συμβατικά κατοχυρωμένη. Δεν αρκεί να περιορίζεται σε εμπορικές αντιπροσωπείες, γενικές υπηρεσίες ή εργασίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Πρέπει να περιλαμβάνει παραγωγή, σχεδίαση, μηχανολογική ανάπτυξη, ολοκλήρωση συστημάτων, κατασκευή υποσυστημάτων, ανάπτυξη λογισμικού, εκπαίδευση, πιστοποίηση, συντήρηση, αναβάθμιση και υποστήριξη κατά τον κύκλο ζωής.
Η ναυπήγηση στην Ελλάδα ως βασικός κανόνας
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τόπος ναυπήγησης των νέων πλωτών μέσων.
Η χώρα διαθέτει σήμερα αναβαθμισμένες ναυπηγικές υποδομές, έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό, εξειδικευμένες επιχειρήσεις και μια ευρύτερη ναυτιλιακή οικονομία με διεθνή παρουσία. Η σταδιακή ανάκαμψη των ελληνικών ναυπηγείων δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε τα προγράμματα του Λιμενικού να αποτελέσουν μέρος μιας σταθερής εθνικής ναυπηγικής πολιτικής.
Η θέση μας είναι σαφής: η ναυπήγηση των νέων πλωτών μέσων του Λιμενικού πρέπει, κατά κανόνα, να πραγματοποιείται στην Ελλάδα, με πλήρη σεβασμό στις επιχειρησιακές απαιτήσεις, στους κανόνες ανταγωνισμού και στο εκάστοτε χρηματοδοτικό πλαίσιο.
Όπου επιλέγεται σχέδιο ή τεχνολογία ξένου κατασκευαστή, πρέπει να προβλέπονται η κατασκευή ή συναρμολόγηση του πλοίου σε ελληνικό ναυπηγείο, η συμμετοχή εγχώριων υποκατασκευαστών, η τοπική ολοκλήρωση συστημάτων και η μεταφορά της αναγκαίας τεχνογνωσίας. Η συντήρηση, οι επισκευές, οι μελλοντικές αναβαθμίσεις και η τεχνική υποστήριξη πρέπει επίσης να εκτελούνται στην Ελλάδα.
Επιτρέψτε μου να πω πως δεν πρόκειται για μια προστατευτική ή απομονωτική προσέγγιση. Οι συνεργασίες με διεθνείς ναυπηγικούς ομίλους και κατασκευαστές συστημάτων είναι αναγκαίες και μπορούν να προσφέρουν ώριμα σχέδια, τεχνολογίες, εξοπλισμό και πρόσβαση σε διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού. Το ζητούμενο είναι κάθε νέα σύμβαση να αφήνει στη χώρα περισσότερη τεχνογνωσία και μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα από εκείνη που υπήρχε πριν από την υλοποίησή της.
Η απλή εισαγωγή ενός ολοκληρωμένου πλοίου δημιουργεί μια επιχειρησιακή δυνατότητα. Η ναυπήγηση και υποστήριξή του στην Ελλάδα δημιουργεί επιπλέον θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία, φορολογικά έσοδα, εξειδικευμένους προμηθευτές και δυνατότητα ταχύτερης τεχνικής ανταπόκρισης. Μετατρέπει, δηλαδή, τη δημόσια δαπάνη σε επένδυση με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Η βιομηχανία δεν περιορίζεται στα ναυπηγεία
Ένα σύγχρονο πλοίο του Λιμενικού δεν είναι απλώς ένα κύτος με κινητήρες. Αποτελεί ένα σύνθετο σύστημα συστημάτων, στο οποίο συνυπάρχουν αισθητήρες, επικοινωνίες, ηλεκτροοπτικά μέσα, συστήματα πλοήγησης, λογισμικό, κυβερνοασφάλεια, επιχειρησιακές εφαρμογές, ενεργειακά υποσυστήματα και μη επανδρωμένα μέσα. Επομένως, η εγχώρια συμμετοχή δεν αφορά μόνο τα ελληνικά ναυπηγεία. Αφορά ένα ευρύτερο οικοσύστημα μικρών, μεσαίων και μεγαλύτερων επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και ερευνητικών φορέων.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη εταιρείες με σημαντική τεχνογνωσία στα αμυντικά ηλεκτρονικά, στους αισθητήρες, στις ασφαλείς επικοινωνίες, στα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, στην κυβερνοασφάλεια, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην ανάλυση δεδομένων και στα μη επανδρωμένα συστήματα. Οι δυνατότητες αυτές πρέπει να συνδεθούν οργανικά με τα προγράμματα του Λιμενικού και όχι να αναζητούν χώρο συμμετοχής, όταν οι βασικές τεχνικές επιλογές έχουν ήδη οριστικοποιηθεί.
Εν ολίγοις, η βιομηχανία πρέπει να συμμετέχει από τη φάση διαμόρφωσης της στρατηγικής και της χαρτογράφησης των διαθέσιμων τεχνολογιών, χωρίς να υποκαθιστά τον επιχειρησιακό σχεδιασμό του Σώματος. Η έγκαιρη διαβούλευση μπορεί να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές να γνωρίζουν τι μπορεί ήδη να παραχθεί στην Ελλάδα, ποια τεχνογνωσία μπορεί να αναπτυχθεί και σε ποιους τομείς απαιτούνται διεθνείς συνεργασίες.
Κοινός σχεδιασμός και συνέχεια των προγραμμάτων
Άλλη μια σημαντική διάσταση: Η ναυπηγική και αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί να αναπτυχθεί με αποσπασματικές παραγγελίες. Ένα ναυπηγείο δεν μπορεί να ολοκληρώνει ένα πρόγραμμα, να παραμένει χωρίς αντικείμενο για χρόνια και στη συνέχεια να καλείται να παραδώσει άμεσα ένα τεχνολογικά προηγμένο πλοίο.
Η διατήρηση της τεχνογνωσίας απαιτεί συνέχεια. Ναυπηγοί, μηχανικοί, συγκολλητές, ηλεκτρολόγοι, προγραμματιστές, ειδικοί ολοκλήρωσης και διαχειριστές έργων πρέπει να παραμένουν ενεργοί. Οι υποκατασκευαστές χρειάζονται προβλέψιμη ζήτηση για να επενδύσουν σε προσωπικό, πιστοποιήσεις και παραγωγικό εξοπλισμό. Απαιτείται, επομένως, ένας μακροπρόθεσμος και συντονισμένος προγραμματισμός των αναγκών του Πολεμικού Ναυτικού, του Λιμενικού Σώματος και των υπόλοιπων δημόσιων θαλάσσιων φορέων, όπου αυτό είναι επιχειρησιακά και οικονομικά σκόπιμο.
Οι αποστολές των φορέων είναι διαφορετικές. Αυτό όμως δεν αποκλείει την αξιοποίηση κοινών τεχνολογιών, εξοπλισμού και υποστηρικτικών υποδομών. Κινητήρες, ηλεκτροπαραγωγά συστήματα, επικοινωνίες, αισθητήρες, ηλεκτροοπτικά μέσα και επιμέρους ναυτικά υποσυστήματα μπορούν, σε αρκετές περιπτώσεις, να βασίζονται σε κοινές προδιαγραφές.
Ο κοινός σχεδιασμός των εξοπλιστικών προγραμμάτων του Λιμενικού και των Ενόπλων Δυνάμεων μπορεί να εξασφαλίσει μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα και ομοιογένεια σε μέσα, συστήματα και τεχνικές προδιαγραφές. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται το κόστος προμήθειας, εκπαίδευσης και συντήρησης, διευκολύνεται η συγκρότηση αποθεμάτων ανταλλακτικών και δημιουργείται η αναγκαία κλίμακα για μια βιώσιμη ελληνική εφοδιαστική αλυσίδα και το κυριότερο, ενισχύεται η αποτελεσματικότητα των κοινών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης.
Παράλληλα, η σταθερή ροή παραγγελιών μπορεί να υποστηρίξει μια προοδευτική βιομηχανική πορεία: από μικρά περιπολικά και καταδιωκτικά προς μεγαλύτερα πλοία ανοικτής θαλάσσης, βοηθητικά σκάφη και, σταδιακά, πιο σύνθετες πλατφόρμες.
Από την πρόθεση σε μετρήσιμο αποτέλεσμα
Για να αποκτήσει πρακτικό περιεχόμενο αυτή η πολιτική, απαιτούνται ορισμένες συγκεκριμένες παρεμβάσεις:
1. Πρώτον, η κατάρτιση ενός πολυετούς σχεδίου προμηθειών του Λιμενικού, ώστε η βιομηχανία να γνωρίζει εγκαίρως τις επερχόμενες ανάγκες και να μπορεί να προγραμματίσει επενδύσεις και συνεργασίες.
2. Δεύτερον, η ενσωμάτωση σε κάθε μεγάλο διαγωνισμό σχεδίου εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής με ελάχιστο στόχο 25%, συγκεκριμένες κατηγορίες επιλέξιμων εργασιών, μετρήσιμα παραδοτέα και μηχανισμό παρακολούθησης της υλοποίησης.
3. Τρίτον, η καθιέρωση της ναυπήγησης στην Ελλάδα ως βασικής κατεύθυνσης για τα νέα πλωτά μέσα, με πρόβλεψη για τοπική ολοκλήρωση, δοκιμές, πιστοποίηση και υποστήριξη.
4. Τέταρτον, η απαίτηση για μεταφορά τεχνογνωσίας, ανοικτές αρχιτεκτονικές και επαρκή τεχνικά δικαιώματα, ώστε το Δημόσιο να μην εγκλωβίζεται σε δαπανηρές και μακροχρόνιες εξαρτήσεις.
5. Πέμπτο, η υποχρεωτική συνεκτίμηση του συνολικού κόστους κύκλου ζωής και όχι μόνο της αρχικής τιμής αγοράς. Ένα φθηνότερο εισαγόμενο μέσο μπορεί να αποδειχθεί ακριβότερο όταν η συντήρηση, τα ανταλλακτικά και οι αναβαθμίσεις εξαρτώνται αποκλειστικά από το εξωτερικό.
6. Έκτο, η συστηματική διαβούλευση με τα ναυπηγεία, τις ελληνικές εταιρείες τεχνολογίας, τους θεσμικούς φορείς της βιομηχανίας και την ερευνητική κοινότητα πριν από την οριστικοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών.
Μια επένδυση με διπλή απόδοση
Η ενίσχυση του Λιμενικού είναι αναγκαία και πρέπει να προχωρήσει με ταχύτητα, διαφάνεια και προσήλωση στις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες. Η εγχώρια συμμετοχή δεν πρέπει να αποτελέσει παράγοντα καθυστέρησης ούτε να επιβληθεί σε βάρος της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των νέων μέσων.
Πρέπει, όμως, να πάψει να αντιμετωπίζεται ως μια εκ των υστέρων προσθήκη ή ως μια γενική ευχή χωρίς δεσμευτικό περιεχόμενο.
Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε ένα αποτελεσματικό Λιμενικό και σε μια ισχυρή ελληνική βιομηχανία. Πρόκειται για ψευτοδίλημμα. Με σωστό σχεδιασμό, αμφότερα λειτουργούν συμπληρωματικά. Η εγχώρια κατασκευή και υποστήριξη ενισχύει την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα, περιορίζει τις εξωτερικές εξαρτήσεις, επιταχύνει τις επισκευές και δημιουργεί μεγαλύτερη ευχέρεια προσαρμογής των συστημάτων στις μεταβαλλόμενες ανάγκες του Σώματος.
Το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ 2» και οι υπόλοιπες επενδύσεις του Λιμενικού μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία μιας νέας εθνικής ναυτικής βιομηχανικής πολιτικής. Μιας πολιτικής που θα συνδέει τις επιχειρησιακές ανάγκες με την παραγωγή, την τεχνολογία, την έρευνα, την απασχόληση και τις εξαγωγές.
Η πρόταση του ΣΕΚΠΥ είναι ρεαλιστική: τουλάχιστον 25% ουσιαστική και μετρήσιμη ελληνική βιομηχανική συμμετοχή στα νέα προγράμματα του Λιμενικού και ναυπήγηση των νέων πλωτών μέσων, κατά κανόνα, στην Ελλάδα. Έτσι, κάθε ευρώ που επενδύεται θα προσφέρει διπλή απόδοση: ισχυρότερες επιχειρησιακές δυνατότητες για το Λιμενικό και μεγαλύτερη παραγωγική, τεχνολογική και υποστηρικτική ικανότητα για τη χώρα, αναλαμβάνοντας όχι μόνο ρόλο προμηθευτή, αλλά και παραγωγού και εξαγωγέα.
