Στην τελευταία ετήσια έκθεσή της για τη φορολογία, με τίτλο Annual Report on Taxation 2026, η Κομισιόν εξήρε τα ψηφιακά εργαλεία της ελληνικής φορολογικής διοίκησης. Στο επίκεντρο βρίσκονταν τα myDATA, που η Κομισιόν παρουσίαζε ως βασικό εργαλείο για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων, αλλά και για την καλύτερη φορολογική αξιοποίηση των δεδομένων. Χάρη στα ψηφιακά εργαλεία, η Ελλάδα πέτυχε μια μεγάλη μείωση του κενού συμμόρφωσης στον ΦΠΑ από 29% το 2017 σε 11,4% το 2023, ανέφερε η έκθεση.
Παραδόξως όμως, η ανάπτυξη των ίδιων ψηφιακών εργαλείων είναι εκείνη που έχει επιδεινώσει δραματικά τη θέση της Ελλάδας στον Global Business Complexity Index (GBCI) που καταρτίζει η διεθνής συμβουλευτική εταιρεία ΤMF. Ο δείκτης GBCI δεν είναι ακριβώς δείκτης ανταγωνιστικότητας, θέλει όμως να καθοδηγεί επενδύσεις και η TMF τον χρησιμοποιεί για να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις κατά την ίδρυση και λειτουργία τους αλλά και ως μέτρηση της απώλειας της οικονομικής αποδοτικότητας μιας επιχείρησης για την τήρηση των κανόνων που επιβάλει κάθε χώρα.
Σε αυτόν τον δείκτη λοιπόν η Ελλάδα βρέθηκε από την 6η θέση μεταξύ 79 χωρών το 2022, στη 2η θέση το 2023 και σταθερά στην 1η το 2024, το 2025 και το 2026. Η αρνητική αυτή ελληνική πρωτιά σε ότι αφορά το επιχειρείν οφείλεται σύμφωνα με την έκθεση του TMF Group στις διαρκείς νομοθετικές αλλαγές, ιδιαίτερα στους τομείς της λογιστικής καταγραφής, της εταιρικής φορολογίας και της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας – που συνιστούν μια μετάβαση στην «ηλεκτρονική γραφειοκρατία», η οποία αντί να απλοποιεί – όπως υποτίθεται ότι είναι ο στόχος – προσθέτει διαρκώς κόστος και πολυπλοκότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν είχε ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση της Ένωσης Φοροτεχνικών Ελευθέρων Επαγγελματιών Αττικής, δηλαδή των λογιστών της Αθήνας, προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και στην ΑΑΔΕ για λογαριασμό των πελατών τους, επιχειρήσεων και επαγγελματιών, με το αίτημα να παγώσει η εφαρμογή των δύο νέων ψηφιακών υποχρεώσεων που έρχονται μέσα στους επόμενους μήνες:
- Της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσω παρόχου, και
- της β φάσης του ψηφιακού δελτίου αποστολής.
Στόχος δεν είναι προφανώς η κατάργηση των ψηφιακών υποχρεώσεων αλλά ο πλήρης ανασχεδιασμός με ουσιαστικές αλλαγές και απλουστεύσεις.
Υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση μέσω παρόχου
Η ηλεκτρονική τιμολόγηση μέσω παρόχου ήταν να εφαρμοστεί από την 1η Οκτωβρίου, πήρε αναβολή για τις 2 Νοεμβρίου αλλά όπως ανακοίνωσαν οι λογιστές κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής συνάντησης, οι επιχειρήσεις παραμένουν στο σκοτάδι.
Κανείς δεν ξέρει ποιοι δηλώνουν πάροχο, ποιες συναλλαγές B2B και B2C υπάγονται, ποιες λιανικές αποδείξεις μπορούν να εκδίδονται από το timologio της ΑΑΔΕ πώς συνδυάζονται ΦΗΜ, POS, ERP και πάροχος, ποιος ευθύνεται για καθυστέρηση ή διπλή διαβίβαση, πώς αλλάζει πάροχος χωρίς απώλεια δεδομένων και τι κάνει μια επιχείρηση αν ένας πάροχος διακόψει τη λειτουργία του. Τα λογιστικά γραφεία δέχονται καθημερινά χιλιάδες τέτοια ερωτήματα, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους ένα πλήρες και σταθερό κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς ενημέρωση από την ΑΑΔΕ και ψάχνουν τις απαντήσεις σε εμπορικά σεμινάρια των εταιρειών πληροφορικής που ετοιμάζονται να πουλήσουν τα νέα προγράμματα, ιστοσελίδες, ανεπίσημες ερμηνείες ή τηλεφωνικές διαβεβαιώσεις.
Η ηλεκτρονική τιμολόγηση μπορεί να δώσει λύσεις, επισήμαναν οι λογιστές, έθεσαν εν αμφιβόλω όμως το προωθούμενο μοντέλο της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης από πάροχο πληροφορικής, ιδίως σήμερα που η αγορά έχει συγκεντρωθεί σε πολύ λίγες εταιρείες. Ο θεσμός του παρόχου που αναλαμβάνει να διαβιβάσει στην ΑΑΔΕ τα στοιχεία μιας επιχείρησης είχε σχεδιαστεί αρχικά για μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με οργανωμένα συστήματα και κύκλο εργασιών άνω του 1 εκατ. ευρώ. Επομένως υπάρχει το ερώτημα γιατί επιδιώκεται η επέκτασή του σε πολύ μικρότερες επιχειρήσεις και γιατί, αφού η ΑΑΔΕ διαθέτει τις δωρεάν εφαρμογές e-timologio και myDATAapp κι όλα γίνονται για τα φορολογικά έσοδα, το κράτος, αντί να διαθέτει δωρεάν τις εφαρμογές του, υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να αγοράζουν υποχρεωτικά τις υπηρεσίες μιας εταιρείας πληροφορικής…
Το μείζον πρόβλημα κατά τους λογιστές είναι ότι η διάταξη περί υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσω παρόχου, πρώτον εξαρτά την επιχείρηση από τον προμηθευτή και δεύτερον με τις συνθήκες υψηλής συγκέντρωσης που υπάρχουν στην αγορά, δημιουργεί ζήτημα ολιγοπωλιακής εξάρτησης του συνόλου των επιχειρήσεων της χώρας από λίγους προμηθευτές. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός και δεν υπάρχουν διασφαλίσεις ότι οι πάροχοι π.χ. θα επιτρέπουν στους πελάτες τους να μετακινούνται ή ότι δεν θα αυξάνουν τις χρεώσεις τους –εκτός κι αν υπάρξει νομοθετική ρύθμιση περί υποχρεωτικής συμβατότητας, ανοικτών προτύπων και API, δωρεάν φορητότητας δεδομένων, διαφάνειας στις χρεώσεις και όρους που θα αποτρέπουν τις μελλοντικές αυξήσεις.
«Όταν κάτι επιβάλλεται για φορολογικούς λόγους, πρέπει να παρέχεται δωρεάν από το κράτος», είπαν. «Η πολιτεία προβάλλει ως κέρδος την αύξηση της φορολογητέας ύλης, χωρίς όμως να αποτιμά με σαφήνεια το κόστος που μεταφέρεται στις επιχειρήσεις».
Β’ φάση για το ψηφιακό δελτίο αποστολής
Οι επιφυλάξεις ήταν ακόμη εντονότερες για τη β΄ φάση του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής. Η συγκεκριμένη ψηφιακή εφαρμογή δεν αποτελεί απλώς ψηφιακή διαβίβαση ενός εγγράφου, αλλά ψηφιακή παρακολούθηση φόρτωσης, μεταφόρτωσης, μεταφοράς, παραλαβής και ποσοτικού ελέγχου. Ο εκδότης αρχίζει τη ροή, ο μεταφορέας δηλώνει στάδια και ο παραλήπτης επιβεβαιώνει ή απορρίπτει την παράδοση, ενώ αποκλίσεις μπορεί να απαιτούν νέα παραστατικά και συσχετίσεις.
Για μια μεγάλη επιχείρηση, αυτή η διαδικασία μπορεί να ενσωματωθεί στο ERP και στις υφιστάμενες υποδομές της. Για έναν αγρότη ή μια πολύ μικρή επιχείρηση, όμως, σημαίνει αγορά εξοπλισμού, σαρωτών και υπηρεσιών, εκπαίδευση και συνεχή τεχνική υποστήριξη και κινδυνεύει να επιφέρει χάος . Από την 1η Ιανουαρίου 2028 προβλέπεται και η ενιαία κωδικοποίηση ειδών με βάση τη Συνδυασμένη Ονοματολογία TARIC, γεγονός που, κατά την ΕΦΕΕΑ, διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ μεγάλων και μικρών μονάδων.
«Η τεχνική δυνατότητα μιας εφαρμογής δεν αποτελεί απόδειξη ότι μπορεί να λειτουργήσει μαζικά», υπογράμμισε. Κατά την άποψη των λογιστών, η φυσική συναλλαγή δεν μπορεί να υποχρεώνεται να ακολουθεί ένα άκαμπτο διάγραμμα λογισμικού ούτε ο οδηγός μιας νταλίκας να παίζει με επιτυχία τον λογιστή στην άκρη του δρόμου», ανέφεραν.
Αν η διάταξη εφαρμοστεί ως έχει, θα προκύψει χάος που θα οδηγήσει σε υψηλά πρόστιμα 5.000 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για τη διακίνηση αγαθών χωρίς παραστατικό για τα απλογραφικά βιβλία και 10.000 ευρώ για διπλογραφικά. Πολλά αρχικά λάθη θα προκύψουν από τεχνικές αστοχίες, καθυστερήσεις συγχρονισμού ή λανθασμένες επιλογές, τόνισε η ΕΦΕΕΑ, και όχι από πρόθεση φοροδιαφυγής. Γι’ αυτό ζήτησε προηγούμενη ειδοποίηση, σαφή δυνατότητα διόρθωσης, ουσιαστική εκπαίδευση των χρηστών και περίοδο προσαρμογής τουλάχιστον 12 μηνών χωρίς κυρώσεις μετά την πλήρη τεχνική ολοκλήρωση και των δύο εφαρμογών.
