Ελληνικά αλκοολούχα ποτά: Εξαγωγές 52,3 εκατ. στο α΄ εξάμηνο – Ποιες χώρες αγοράζουν τα περισσότερα

Ανθεκτικές, παρά τις πιέσεις, ήταν οι εξαγωγές των ελληνικών αλκοολούχων ποτών το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ποιες χώρες κρατούν τα σκήπτρα

Αλκοολούχα ποτά © Magnific

Σταθερές, παρά τις πιέσεις στο διεθνές εμπόριο, παρέμειναν οι εξαγωγές των ελληνικών αλκοολούχων ποτών το πρώτο εξάμηνο του 2026, με τη Γερμανία να διατηρεί την πρωτιά στους εξαγωγικούς προορισμούς και τις αγορές της Ιταλίας και της Πολωνίας να καταγράφουν εντυπωσιακή ανάπτυξη. Οι ελληνικές ποτοποιίες και αποσταγματοποιίες διατήρησαν σε γενικές γραμμές τις εξαγωγικές τους επιδόσεις, παρά τη μικρή υποχώρηση των ποσοτήτων, ενώ η αύξηση της μέσης τιμής ανά κιλό συνέβαλε στη διατήρηση της αξίας των πωλήσεων.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τα οποία επεξεργάστηκε ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων και Αλκοολούχων Ποτών (ΣΕΑΟΠ), η συνολική αξία των εξαγωγών διαμορφώθηκε στα 52,3 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας οριακή μείωση 0,03% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Την ίδια περίοδο, η εξαγόμενη ποσότητα υποχώρησε κατά 1,43%, στα 18,2 εκατ. κιλά.

Παρά τη μικρή κάμψη το 2026, η πορεία των εξαγωγών ελληνικών αλκοολούχων ποτών παραμένει σταθερά ανοδική. Σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2019, οι εξαγωγές εμφανίζουν αύξηση κατά +41,5% σε αξία και +11,1% σε ποσότητα, γεγονός που αποτυπώνει τη διαχρονική εξωστρέφεια των ελληνικών αλκοολούχων ποτών.

Η σύγκριση με την τελευταία 5ετία καταδεικνύει αύξηση των εξαγωγών ελληνικών αλκοολούχων ποτών σε αξία κατά 16,1% και μείωση σε ποσότητα κατά 2,5%.

Η μέση τιμή Euro/Kg των εξαγωγών των ελληνικών αλκοολούχων ποτών διαμορφώθηκε στα 2,88 Euro/kg, καταγράφοντας αύξηση 1,4% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η μέση τιμή παραμένει σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με τα μετά Covid-19 επίπεδα, επιβεβαιώνοντας την αξία των ελληνικών αλκοολούχων ποτών.

Ως προς τους εξαγωγικούς προορισμούς, τα κράτη μέλη της ΕΕ-27 εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό προορισμό των ελληνικών αλκοολούχων ποτών απορροφώντας το μεγαλύτερο μερίδιο των εξαγωγών, με ποσοστό ≈79,5% σε αξία και ≈80,2% σε ποσότητα. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 τα κράτη-μέλη της ΕΕ- 27 απορρόφησαν το 79,5% της αξίας, δηλαδή 41,61 εκατ. ευρώ και το 80,2% της ποσότητας, δηλαδή 14,57 εκατ. kg.

Η αξία των εξαγωγών των ελληνικών αλκοολούχων ποτών το πρώτο εξάμηνο του 2026 μειώθηκε εντός ΕΕ-27 κατά 0,98% σε αντίθεση με τις Τρίτες Χώρες όπου παρατηρήθηκε αύξηση 3,8% σε αξία και οριακή μείωση 0,7% σε ποσότητα, σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο 2025.

Η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί τον κορυφαίο προορισμό των ελληνικών αλκοολούχων ποτών, κατέχοντας το 40,5% της ποσότητας (7,36 εκατ. kg) & το 36% της αξίας (18,82 εκατ. ευρώ) του συνόλου των εξαγωγών. Στη 2η θέση βρίσκεται η Βουλγαρία, με οριακή μείωση 2,6% σε αξία και αύξηση 5,2% σε ποσότητα σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Στην 3η θέση βρίσκεται το Ιράκ, το οποίο παρουσιάζει ανάκαμψη, απορροφώντας 2,35 εκατ. kg σε ποσότητα και 5,87 εκ. ευρώ σε αξία, με αύξηση +8,9% σε αξία και +6,1% σε ποσότητα.

Πέραν των παραδοσιακών αγορών, στις οποίες κατευθύνεται το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών αλκοολούχων ποτών, οι ελληνικές ποτοποιίες διευρύνουν σταθερά την εξαγωγική τους παρουσία και σε άλλους προορισμούς. Ειδικότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2026, σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, η Πολωνία, η Ιταλία και η Τσεχία κατέγραψαν αύξηση της αξίας των εξαγωγών άνω του 40%. Αναλυτικότερα, στην Πολωνία η εξαγόμενη αξία αυξήθηκε κατά 77,1%, από 1,12 εκατ. ευρώ σε 1,98 εκ. ευρώ, στην Ιταλία σημειώθηκε ιδιαίτερα έντονη άνοδος κατά +152,6%, από 286,9 χιλ. ευρώ σε 724,7 χιλ. ευρώ, ενώ στην Τσεχία καταγράφηκε αύξηση 45,4%, από 483,4 χιλ. ευρώ σε 703,1 χιλ. ευρώ. Η σημαντική αυτή ενίσχυση οφείλεται κυρίως στην αυξημένη ζήτηση για την κατηγορία του τζιν, καθώς και στην ευρύτερη κατηγορία των λοιπών αλκοολούχων ποτών τύπου μπράντι. Οι δύο αυτές κατηγορίες συνέβαλαν σημαντικά στην αύξηση της αξίας των εξαγωγών και στη διεύρυνση των προϊόντων που διαθέτουν οι ελληνικές ποτοποιίες στο εξωτερικό. Παράλληλα, δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου μπορούν να ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις των καταναλωτών και να ενισχύουν την παρουσία τους σε νέες αγορές.