Πιο κοντά στην οριστική έξοδο από το καθεστώς της μεταπρογραμματικής εποπτείας βρίσκεται η Ελλάδα, με τις σχετικές ανακοινώσεις της Κομισιόν να αναμένονται μέσα στον Νοέμβριο. Εφόσον ολοκληρωθεί η αναθεώρηση του ευρωπαϊκού κανονισμού, η χώρα θα μπορεί να αφήσει πίσω της νωρίτερα το ειδικό πλαίσιο παρακολούθησης που ισχύει για τα κράτη-μέλη τα οποία είχαν υπαχθεί σε προγράμματα οικονομικής βοήθειας.
Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, εξηγεί ρεπορτάζ του parapolitika.gr, καθώς με τα σημερινά δεδομένα η πενταετία της μεταπρογραμματικής εποπτείας ολοκληρώνεται το καλοκαίρι του 2027. Μια πρόωρη έξοδος θα σημαίνει πρακτικά ότι η χώρα δεν θα περάσει από τις δύο τελευταίες προγραμματισμένες αξιολογήσεις των θεσμών μέσα στην επόμενη χρονιά και θα παρακολουθείται πλέον με τον ίδιο τρόπο όπως τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.
Τι αλλάζει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο
Με βάση τον ισχύοντα κανονισμό, μια χώρα παραμένει σε μεταπρογραμματική εποπτεία έως ότου αποπληρώσει τουλάχιστον το 75% της οικονομικής βοήθειας που έχει λάβει. Η υπό αναθεώρηση ρύθμιση αλλάζει αυτή τη λογική. Αντί για το κριτήριο της αποπληρωμής του 75%, προβλέπεται η ολοκλήρωση πέντε ετών μεταπρογραμματικής εποπτείας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εντοπίζονται μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι για την ικανότητα της χώρας να εξυπηρετεί τις δανειακές της υποχρεώσεις.
Η Ελλάδα αποτελεί ειδική περίπτωση, καθώς είναι η μοναδική χώρα που δεν έχει ακόμη συμπληρώσει πέντε χρόνια στο συγκεκριμένο καθεστώς. Η ενισχυμένη εποπτεία έληξε τον Αύγουστο του 2022 και έκτοτε η χώρα βρίσκεται σε μεταπρογραμματική παρακολούθηση, με την πενταετία να συμπληρώνεται το καλοκαίρι του 2027. Εφόσον, όμως, οι διαδικασίες προχωρήσουν όπως αναμένεται, η έξοδος μπορεί να έρθει νωρίτερα.
Ποιες αξιολογήσεις γλιτώνει η Ελλάδα
Η πρακτική συνέπεια είναι ότι η Ελλάδα θα απαλλαγεί από τις δύο τελευταίες επισκέψεις των θεσμών που είχαν προγραμματιστεί για το 2027. Για το οικονομικό επιτελείο, μια τέτοια εξέλιξη έχει κυρίως συμβολική αλλά και θεσμική σημασία, καθώς κλείνει ένα ακόμη κεφάλαιο της εποχής των μνημονίων και της ειδικής παρακολούθησης. Η χώρα θα συνεχίσει ασφαλώς να αξιολογείται, όπως όλα τα κράτη-μέλη, μέσω του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και των κοινών δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ, χωρίς όμως τις πρόσθετες αξιολογήσεις που συνδέονται ειδικά με τη μεταπρογραμματική εποπτεία.
Η προοπτική εξόδου συνδέεται και με τη σαφώς βελτιωμένη εικόνα της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η Ελλάδα έχει επιστρέψει στις αγορές και έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, ενώ το δημόσιο χρέος, παρά το γεγονός ότι παραμένει υψηλό, ακολουθεί πτωτική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στην τελευταία έκθεση της Κομισιόν, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο, επιβεβαιώνεται ότι η χώρα διατηρεί την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους της. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ υποχώρησε από 154% το 2024 σε 146,1% το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω μείωση στο 136,8%.
Θετική είναι και η εικόνα στο δημοσιονομικό μέτωπο. Το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, ενώ η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1% την ίδια χρονιά. Παράλληλα, η μεγάλη διάρκεια και οι ευνοϊκοί όροι των ευρωπαϊκών δανείων περιορίζουν τους κινδύνους που σχετίζονται με την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.
Από την ενισχυμένη εποπτεία στην «κανονικότητα»
Η ειδική παρακολούθηση της ελληνικής οικονομίας ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2018, μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής.
Η Κομισιόν αποφάσισε στις 11 Ιουλίου 2018 την ενεργοποίηση της ενισχυμένης εποπτείας, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 21 Αυγούστου. Το καθεστώς είχε σχεδιαστεί ειδικά για την Ελλάδα και προέβλεπε στενή παρακολούθηση της οικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάστασης, με τακτικές αξιολογήσεις.
Η ενισχυμένη εποπτεία έληξε στις 20 Αυγούστου 2022 και η Ελλάδα πέρασε στη μεταπρογραμματική εποπτεία, όπως συμβαίνει με τις χώρες που έχουν ολοκληρώσει προγράμματα οικονομικής βοήθειας.
Τώρα, εφόσον οριστικοποιηθεί η αλλαγή του ευρωπαϊκού πλαισίου και ακολουθήσουν οι αναμενόμενες αποφάσεις της Κομισιόν, η Ελλάδα θα μπορέσει να ολοκληρώσει αυτόν τον κύκλο αρκετούς μήνες πριν από το καλοκαίρι του 2027.
