Χιλιάδες ακίνητα βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια τραπεζών, επενδυτικών κεφαλαίων και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει σαφής εικόνα για το πόσα από αυτά είναι κατοικίες και πόσα μπορούν να διατεθούν άμεσα στην αγορά. Την ώρα που η στεγαστική κρίση εντείνεται και τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξανόμενο κόστος στέγασης, η αξιοποίηση του συγκεκριμένου αποθέματος αναδεικνύεται σε μία από τις πιθανές λύσεις για την ενίσχυση της προσφοράς.
Νέα μελέτη της BluPeak Estate Analytics επιχειρεί να αποτυπώσει το μέγεθος των ακινήτων που συνδέονται με τράπεζες, funds και servicers, καταγράφοντας παράλληλα τα εμπόδια που καθυστερούν τη διάθεσή τους. Νομικές εκκρεμότητες, προβλήματα ιδιοκτησίας, τεχνικές αδυναμίες και ανάγκες ανακαίνισης αποτελούν ορισμένους από τους λόγους για τους οποίους ένα ακίνητο μπορεί να παραμένει εκτός αγοράς.
Η έρευνα επισημαίνει ότι δεν υπάρχει ενιαία δημόσια απογραφή του συγκεκριμένου αποθέματος, ενώ τα δημοσιευμένα στοιχεία αφορούν διαφορετικές χρονικές περιόδους και κατηγορίες ακινήτων. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συνολικό μέγεθος απλώς με την πρόσθεση των επιμέρους αριθμών.
Πόσα ακίνητα διαχειρίζονται τράπεζες και servicers
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει η BluPeak Estate Analytics, η εικόνα των βασικών χαρτοφυλακίων διαμορφώνεται ως εξής:
Εθνική Τράπεζα: Περίπου 3.965 έως 4.000 ακίνητα, από τα οποία 1.840 έως 1.850 ήταν ώριμα προς πώληση, με βάση στοιχεία του τέλους του 2024.
Τράπεζα Πειραιώς: Η λογιστική αξία των ανακτηθέντων ακινήτων ανερχόταν σε περίπου 1,344 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024, χωρίς να προκύπτει συγκεκριμένος αριθμός κατοικιών.
Intrum: Δημοσιευμένη εκτίμηση του 2025 αναφέρεται σε περίπου 11.000 ακίνητα υπό διαχείριση ή σε εταιρείες κατοχής ακινήτων, εκ των οποίων περίπου 5.000 κατοικίες. Περίπου 2.500 ακίνητα προβλεπόταν να διατεθούν έως το τέλος του 2025.
doValue / Altamira: Περίπου 1.700 ανακτηθέντα ακίνητα, εκ των οποίων 1.300 κατοικίες, με περίπου 200 να εμφανίζονται ως άμεσα ώριμα προς αξιοποίηση, σύμφωνα με αναφορές του Οκτωβρίου 2025.
Alpha Bank / Cepal: Κλαδικές εκτιμήσεις του τέλους του 2024 τοποθετούν το σχετικό απόθεμα σε ευρεία περίμετρο μεταξύ 2.500 και 3.000 ακινήτων, χωρίς σαφή διαχωρισμό ιδιοκτησίας.
Grivalia: Εταιρική αναφορά καταγράφει 4.609 ανακτηθέντα ακίνητα υπό διαχείριση, συνολικής αξίας περίπου 652,6 εκατ. ευρώ.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά, προέρχονται από διαφορετικές περιόδους και δεν μπορούν να αθροιστούν, καθώς ενδέχεται να υπάρχουν επικαλύψεις μεταξύ χαρτοφυλακίων.
Η μελέτη υπογραμμίζει μια κρίσιμη διάκριση: τα ακίνητα που διαχειρίζονται οι servicers δεν αποτελούν υποχρεωτικά ιδιοκτησία τους. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων χειρίζονται δάνεια και ακίνητα για λογαριασμό τρίτων, ενώ η κατοχή ενός δανείου με υποθήκη δεν συνεπάγεται αυτομάτως και κυριότητα του ακινήτου.
Αντίστοιχα, η αξία των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διαχειρίζονται εταιρείες όπως η doValue, η Cepal, η Intrum και η QQuant δεν μπορεί να μετατραπεί απευθείας σε αριθμό διαθέσιμων κατοικιών.
Στεγαστική κρίση: Η Ελλάδα στην κορυφή της επιβάρυνσης
Η ανάγκη κινητοποίησης πρόσθετων κατοικιών γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία για το κόστος στέγασης στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 που παραθέτει η έκθεση, το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά τα οποία δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση ανέρχεται σε 28,9%, έναντι 8,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 7,8% το 2025, εντείνοντας την πίεση σε όσους αναζητούν κατοικία είτε για αγορά είτε για ενοικίαση.
Η έκθεση διευκρινίζει, πάντως, ότι δεν μπορεί να αποδοθεί συνολικά η άνοδος των τιμών στα ακίνητα των τραπεζών και των επενδυτικών σχημάτων. Ούτε αποδεικνύεται ότι όλα τα ακίνητα παραμένουν σκόπιμα κλειστά.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσες κατοικίες είναι πραγματικά κατάλληλες για χρήση, δεν αντιμετωπίζουν νομικά ή τεχνικά προβλήματα και παρ’ όλα αυτά παραμένουν αδιάθετες.
Η σύνδεση με το «Σπίτι μου ΙΙ» και τα 780 ακίνητα
Μια χαρακτηριστική πρωτοβουλία αξιοποίησης τραπεζικών χαρτοφυλακίων αποτελεί η συνεργασία της Cepal με την Attica Bank για την προώθηση έως 780 ακινήτων από τα χαρτοφυλάκια Orion X, Galaxy II και Cosmos, με 150 να έχουν διατεθεί αρχικά προς προώθηση.
Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της πρόσβασης σε κατοικίες μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ». Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι ο αριθμός των 780 ακινήτων δεν σημαίνει ότι ολοκληρώθηκαν αντίστοιχες πωλήσεις.
Σύμφωνα με τον απολογισμό του προγράμματος έως τις 31 Αυγούστου 2026, είχαν καταγραφεί:
15.097 εγκρίσεις στεγαστικών δανείων.
14.114 συμβάσεις.
1,54 δισ. ευρώ συμβασιοποιημένα δάνεια.
943,2 εκατ. ευρώ δημόσια στήριξη.
Πάνω από 2,15 δισ. ευρώ συνολική αξία αγορών κατοικιών.
Παρά τη σημαντική κινητοποίηση κεφαλαίων, η έρευνα επισημαίνει ότι προγράμματα ενίσχυσης της ιδιοκατοίκησης δεν αντιμετωπίζουν αυτομάτως τις ανάγκες όσων δεν διαθέτουν προκαταβολή ή δεν πληρούν τις τραπεζικές προϋποθέσεις δανεισμού.
Οι προτάσεις για να επιστρέψουν περισσότερα σπίτια στην αγορά
Η BluPeak Estate Analytics προτείνει ένα οργανωμένο σχέδιο καταγραφής και ενεργοποίησης των ακινήτων, δίνοντας προτεραιότητα σε κατοικίες που διαθέτουν καθαρούς τίτλους ιδιοκτησίας, δεν είναι μισθωμένες και μπορούν να κατοικηθούν άμεσα.
Στη συνέχεια θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ακίνητα που απαιτούν μικρής έκτασης επισκευές και, σε επόμενη φάση, όσα παρουσιάζουν πιο σύνθετες τεχνικές ή νομικές εκκρεμότητες.
Μεταξύ των παρεμβάσεων που προτείνονται περιλαμβάνονται η ανάπτυξη μακροχρόνιων προσιτών μισθώσεων, η παροχή εγγυημένου ενοικίου στους ιδιοκτήτες μέσω ενδιάμεσων φορέων, οι ανακαινίσεις με δεσμεύσεις για προσιτά μισθώματα και η δημιουργία κοινωνικών ή δημοτικών κατοικιών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ανάγκη εξασφάλισης στέγης για εκπαιδευτικούς, γιατρούς και δημοσίους υπαλλήλους σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, όπου το υψηλό κόστος κατοικίας δυσκολεύει τη στελέχωση βασικών υπηρεσιών.
Η μελέτη εισηγείται επίσης τη δημιουργία ψηφιακού μητρώου ακινήτων, με διασταύρωση στοιχείων ιδιοκτησίας, κτηματολογικών εγγραφών και τεχνικής κατάστασης, ώστε να προκύψει για πρώτη φορά μια αξιόπιστη εικόνα του πραγματικά αξιοποιήσιμου αποθέματος.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν είναι απλώς να καταγραφούν περισσότερα ακίνητα, αλλά να προσδιοριστεί πόσες επιπλέον κατοικίες μπορούν πράγματι να επιστρέψουν στην αγορά, με ποιο κόστος και σε πόσο χρόνο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
