Η ακύρωση της σύμβασης παραχώρησης που είχε υπογράψει κινεζική κοινοπραξία για λιμάνια στις δύο άκρες της Διώρυγας του Παναμά δημιουργεί μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από τη σχεδιαζόμενη πώληση της πλειοψηφικής συμμετοχής της CK Hutchison στην εν λόγω κοινοπραξία. Η συμφωνία, αξίας περίπου 23 δισ. δολαρίων, προέβλεπε τη μεταβίβαση του 90% των μετοχών σε διεθνή κοινοπραξία με τη συμμετοχή της BlackRock και πώληση μεριδίων της CK Hutchison σε δεκάδες άλλα λιμάνια εκτός Κίνας.
Η αβεβαιότητα αυτή προκλήθηκε από την ομόφωνη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Παναμά, που ακύρωσε την παραχώρηση σε θυγατρική της CK Hutchison για τη λειτουργία δύο στρατηγικής σημασίας λιμανιών, κρίνοντας ότι η σύμβαση παραβιάζει το Σύνταγμα. Η εξέλιξη αυτή ουσιαστικά μπλόκαρε τη συμμετοχή της Κίνας στο νέο σχήμα διαχείρισης των δύο λιμανιών μέσω της COSCO, αφήνοντας το Πεκίνο εκτός της συμφωνίας και αναιρώντας την προσπάθεια να διατηρήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη Διώρυγα. Η συμφωνία είχε αρχικά χαιρετιστεί από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ως ένδειξη ότι οι ΗΠΑ επαναφέρουν επιρροή στη Διώρυγα. Στη συνέχεια, όμως, είχε εμπλακεί στις απαιτήσεις της COSCO (που μεγαλύ άλλων ελέγχει και τον ΟΛΠ που διαχειρίζεται το λιμάνι του Πειραιά) για ισχυρή συμμετοχή στο νέο σχήμα διαχείρισης των δύο λιμανιών της Διώρυγας.
Τι οδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση
Η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο μετά από προσφυγή του Γενικού Ελεγκτή του Παναμά, ο οποίος αμφισβήτησε τη νομιμότητα της 25ετούς επέκτασης της σύμβασης που εγκρίθηκε το 2021, κατά την προηγούμενη κυβέρνηση. Σύμφωνα με τα πορίσματα κρατικού ελέγχου, η επέκταση της παραχώρησης πραγματοποιήθηκε χωρίς διεθνή διαγωνισμό και χωρίς την απαιτούμενη θεσμική έγκριση.
Ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από την έναρξη της σύμβασης, το 1997, μέχρι σήμερα, το παναμαϊκό Δημόσιο φέρεται να έχει υποστεί απώλειες εσόδων που αγγίζουν τα 1,3 δισ. δολάρια, λόγω απλήρωτων εισφορών, λογιστικών αστοχιών και αμφισβητούμενων επιχειρησιακών πρακτικών. Η CK Hutchison έχει αρνηθεί τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι ενήργησε σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Ο παράγοντας Τραμπ και η αμερικανική ανησυχία
Η απόφαση του δικαστηρίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η κυβέρνησή του επιδιώκει να «ανακτήσει τον έλεγχο» της Διώρυγας του Παναμά, εκφράζοντας ανησυχίες για την αυξανόμενη κινεζική παρουσία σε υποδομές στρατηγικής σημασίας στην Κεντρική Αμερική.
Αν και η κυβέρνηση του Παναμά επιμένει ότι η διώρυγα και η λειτουργία της παραμένουν υπό πλήρη εθνικό έλεγχο, Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι η διαχείριση των λιμανιών που τη συνοδεύουν συνιστά ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ερμηνεύεται από πολλούς ως πλήγμα στις κινεζικές φιλοδοξίες στην περιοχή και ταυτόχρονα ως πολιτική νίκη για την Ουάσινγκτον.
Το παρασκήνιο και η πορεία προς την ακύρωση
Η σημερινή απόφαση έρχεται μετά από μήνες έντονων διαπραγματεύσεων γύρω από την πώληση των λιμανιών της CK Hutchison. Τον Μάρτιο του 2025, η τελευταία ανακοίνωσε συμφωνία με διεθνή κοινοπραξία υπό την ηγεσία της BlackRock, για την πώληση πλειοψηφικών μετοχών σε 43 λιμάνια παγκοσμίως, περιλαμβανομένων των δύο κρίσιμων λιμανιών στο Παναμά. Η συμφωνία, αξίας περίπου 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αντιμετώπισε καθυστερήσεις λόγω ρυθμιστικών ζητημάτων και γεωπολιτικών αντιδράσεων.
Παράλληλα, η CK Hutchison προσκάλεσε την κινεζική COSCO στην κοινοπραξία, σε μια κίνηση που αποτυπώνει την προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ των διεθνών επενδυτών και των γεωπολιτικών πιέσεων. Η συμμετοχή της COSCO θεωρήθηκε κρίσιμη για την ολοκλήρωση του deal, αλλά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από αμερικανικής πλευράς.
Ταυτόχρονα, η γαλλική CMA CGM, ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας στον παγκόσμιο ναυτιλιακό χάρτη, εμφανίστηκε ως πιθανός ενδιαφερόμενος για την απόκτηση συμμετοχών στα λιμάνια, αναδεικνύοντας τον διεθνή ανταγωνισμό γύρω από τις στρατηγικές υποδομές της Διώρυγας.
Η πορεία της συμφωνίας μετατράπηκε από μια απλή επιχειρηματική συναλλαγή σε υπόθεση με βαθιά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά, αναδεικνύοντας τη σημασία των λιμανιών όχι μόνο για τις εμπορικές ροές αλλά και για τις διεθνείς ισορροπίες ισχύος.
Τι προβλέπει ο νόμος και ποιος θα διαχειρίζεται τα λιμάνια του Παναμά
Σύμφωνα με την παναμαϊκή νομοθεσία, κρατικές εταιρείες δεν επιτρέπεται να κατέχουν παραχωρήσεις λιμένων στη ζώνη της διώρυγας, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες άμεσης εμπλοκής κινεζικών κρατικών ομίλων. Ο υπουργός Οικονομικών του Παναμά έχει δηλώσει ότι η εκτελεστική εξουσία οφείλει να σεβαστεί πλήρως τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, τονίζοντας τον διαχωρισμό των εξουσιών.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι τελεσίδικη, αν και η CK Hutchison διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει διευκρινίσεις που ενδέχεται να καθυστερήσουν την εφαρμογή της. Παράλληλα, η κυβέρνηση εξετάζει εάν τα λιμάνια θα τεθούν προσωρινά υπό κρατική διαχείριση μέσω της Αρχής της Διώρυγας του Παναμά, έως ότου προκηρυχθεί νέος διεθνής διαγωνισμός.
Γιατί η Διώρυγα παραμένει στρατηγικό «έπαθλο»
Η Διώρυγα του Παναμά, μήκους 82 χιλιομέτρων, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους παγκοσμίως. Κατασκευάστηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα και παραδόθηκε πλήρως στον Παναμά το 1999. Σήμερα, η διαχείρισή της βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο διεθνών ανταγωνισμών, με την πρόσφατη δικαστική απόφαση να υπογραμμίζει τη σύνδεση δικαίου, οικονομίας και γεωπολιτικής ισχύος.