Η επανεκκίνηση της ακτοπλοϊκής σύνδεσης μεταξύ Θεσσαλονίκης και Σμύρνης φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια πρωτοβουλία που είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν χωρίς μόνιμη επιτυχία. Η γραμμή αυτή θεωρείται έργο με σημαντικές οικονομικές, εμπορικές και συμβολικές προεκτάσεις, καθώς συνδέει δύο ιστορικά λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου και μπορεί να διευκολύνει τόσο τον τουρισμό όσο και τη μεταφορά εμπορευμάτων.
Η νέα προσπάθεια επανεκκίνησης ανακοινώθηκε μετά τη συνάντηση των πρωθυπουργών Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θέτοντας ξανά στο επίκεντρο το ενδιαφέρον για την ενίσχυση των διασυνοριακών θαλάσσιων συνδέσεων. Παρά την αρχική έναρξη λειτουργίας το φθινόπωρο του 2022, η πρώτη προσπάθεια δεν κατάφερε να εδραιωθεί και διακόπηκε σύντομα, αφήνοντας ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της πρωτοβουλίας.
Η πρώτη εκκίνηση και οι στόχοι της
Η ακτοπλοϊκή σύνδεση ξεκίνησε επίσημα στις 10 Οκτωβρίου 2022 με το επιβατηγό–οχηματαγωγό πλοίο Smyrna di Levante, το οποίο φέρει ελληνική σημαία, έχει μήκος πάνω από 158 μέτρα και μπορεί να μεταφέρει έως και 948 επιβάτες, φορτηγά και ΙΧ οχήματα. Η εταιρεία που ανέλαβε τη γραμμή προώθησε τη σύνδεση ως αποτέλεσμα μακροχρόνιας προετοιμασίας και ως «πραγματοποίηση ενός μεγάλου οράματος», στοχεύοντας στη διευκόλυνση ταξιδιωτών και εμπορευμάτων προς Ευρώπη και Βαλκάνια. Η γραμμή προβάλλονταν όχι μόνο ως δρομολόγιο Ελλάδας–Τουρκίας, αλλά και ως ένας διαμετακομιστικός άξονας που θα ενίσχυε την οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή και θα προσέφερε έναν νέο τουριστικό προορισμό για επιβάτες και ταξιδιώτες.
Παρά το εντυπωσιακό πλοίο και τον καλά διαφημισμένο στόχο, η γραμμή δεν κατάφερε να εδραιωθεί. Η λειτουργία της περιορίστηκε σε περίπου δύο μήνες και 40 δρομολόγια, με αποτέλεσμα η αγορά να μην προλάβει να ωριμάσει και η γραμμή να διακοπεί πριν αναπτυχθεί σταθερά.
Γιατί απέτυχε η πρώτη προσπάθεια
Η αποτυχία της πρώτης γραμμής δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε συνδυασμό οικονομικών, λειτουργικών και στρατηγικών προβλημάτων. Ο κυριότερος λόγος ήταν η περιορισμένη επιβατική και εμπορευματική κίνηση. Η μικρή διάρκεια λειτουργίας, μόλις δύο μήνες και περίπου σαράντα δρομολόγια, έδειξε ότι η αγορά δεν πρόλαβε να ωριμάσει πριν η υπηρεσία διακοπεί. Η γραμμή δεν είχε επαρκή αναγνωρισιμότητα, η ζήτηση φορτίων ήταν ανεπαρκής και η τουριστική κίνηση εποχική.
Παρά τις αρχικές προσδοκίες για μεταφορά εμπορευμάτων προς την Ευρώπη, εκπρόσωποι του κλάδου ανέφεραν ότι δεν υπήρξε η αναμενόμενη στήριξη από τις εταιρείες διεθνών μεταφορών. Το project σχεδιάστηκε ως logistics corridor χωρίς να εξασφαλιστούν εκ των προτέρων σταθεροί εμπορικοί συνεργάτες, κάτι κρίσιμο για τις γραμμές Ro-Pax, όπου το φορτηγό στοιχείο είναι εξίσου σημαντικό με τον επιβάτη.
Οι λειτουργικές δυσκολίες επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση. Υπήρξαν καθυστερήσεις λόγω τεχνικών ζητημάτων, προσαρμογών στα λιμάνια, διαχείρισης επιβατών και φορτίων, ενώ οι προσπάθειες μείωσης των υψηλών λιμενικών τελών αύξησαν το κόστος και μείωσαν την ευελιξία της λειτουργίας. Παράλληλα, η πανδημία COVID-19 καθυστέρησε την προετοιμασία του πλοίου, ενώ η έναρξη λίγο πριν τον χειμώνα, περίοδο χαμηλής ταξιδιωτικής κίνησης, περιορίζει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας. Στρατηγικές αδυναμίες στον σχεδιασμό, όπως η έλλειψη ισχυρής εμπορικής βάσης, η μη σταδιακή ανάπτυξη της αγοράς και η χρονική επιλογή εκκίνησης, συνέβαλαν περαιτέρω στην αποτυχία της πρώτης απόπειρας ενώ ακόμη φημολογείται πως από πλευράς Τουρκίας, τα υψηλά κόστη καυσίμων συνέβαλαν στη διακοπή της γραμμής, προσθέτοντας οικονομική πίεση στη λειτουργία της.
Τι χρειάζεται για να πετύχει η νέα προσπάθεια ακτοπλοϊκής σύνδεσης των δύο λιμανιών
Για να καταφέρει η νέα προσπάθεια να έχει διάρκεια και εμπορική βιωσιμότητα, απαιτείται πολύ πιο ώριμος σχεδιασμός. Η εξασφάλιση εμπορικού φορτίου πριν την έναρξη λειτουργίας θεωρείται απαραίτητη. Αυτό σημαίνει σύναψη συμβολαίων με logistics εταιρείες, συνεργασίες με εξαγωγικούς φορείς της Ελλάδας και της Τουρκίας και διασφάλιση σταθερών ροών φορτίου, δεδομένου ότι η βιωσιμότητα μιας Ro-Pax γραμμής εξαρτάται κυρίως από τα εμπορεύματα και όχι μόνο από τους επιβάτες.
Παράλληλα, η μείωση του κόστους και η υποστήριξη από κρατικούς ή διακρατικούς φορείς μπορεί να δώσει την απαραίτητη ώθηση στην αγορά. Επιδοτήσεις εκκίνησης, μειωμένα λιμενικά τέλη και προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για διασυνοριακές μεταφορές θεωρούνται βασικά εργαλεία για να καταστεί η γραμμή βιώσιμη και ελκυστική για επενδυτές.
Η σωστή χρονική επιλογή εκκίνησης και η σταδιακή ανάπτυξη της γραμμής παίζουν καθοριστικό ρόλο. Μια εκκίνηση σε περίοδο υψηλής ζήτησης, όπως η άνοιξη ή το καλοκαίρι, μπορεί να δημιουργήσει θετικό momentum, δίνοντας έμφαση στον τουρισμό τον πρώτο χρόνο και σταδιακά ενισχύοντας το εμπορευματικό σκέλος. Επιπλέον, η προβολή και η προώθηση της γραμμής χρειάζεται να βελτιωθούν σημαντικά, αξιοποιώντας διεθνείς marketing καμπάνιες, συνεργασίες με τουριστικούς πράκτορες και πακέτα city-break για Θεσσαλονίκη και Σμύρνη, ώστε η γραμμή να αποκτήσει ισχυρό branding ως «γέφυρα επικοινωνίας» μεταξύ των δύο χωρών.
Τέλος, η διαλειτουργικότητα των λιμανιών και των logistics αποτελεί κλειδί για την ανταγωνιστικότητα της γραμμής. Ταχύτερες διαδικασίες στα τελωνεία, καλύτερη οργάνωση της φορτοεκφόρτωσης και σύνδεση με σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα μπορούν να κάνουν τη διαδρομή πιο ελκυστική έναντι των χερσαίων μεταφορών, μειώνοντας κόστος και χρόνο και προσελκύοντας περισσότερους επιβάτες και εμπορευματικές ροές.