Η εποχή κατά την οποία οι ευρωπαϊκές υποδομές θεωρούνταν ουδέτερα πεδία επενδύσεων φαίνεται να φτάνει στο τέλος της. Τα λιμάνια και ειδικά ο Πειραιάς, δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως κόμβοι εμπορίου, αλλά ως κρίσιμες υποδομές με διττή σημασία –οικονομική και γεωστρατηγική– που επηρεάζουν την ισορροπία δυνάμεων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, η παρουσία ξένων επενδυτών, και ιδίως κινεζικών ομίλων, τίθεται υπό αυστηρή επανεξέταση, καθώς οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα κράτη-μέλη αναζητούν τρόπους να προστατεύσουν τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών.
Ο Πειραιάς αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης. Η πλειοψηφική συμμετοχή της Cosco Shipping στον Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΟΛΠ (67%) έχει μετατρέψει το μεγαλύτερο ελληνικό λιμάνι σε βασικό κόμβο διαμετακομιστικού εμπορίου προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, ο Πειραιάς εξελίχθηκε σε «ναυαρχίδα» της κινεζικής στρατηγικής «Δρόμος του Μεταξιού», λειτουργώντας ως πύλη εισόδου ασιατικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ ταυτόχρονα το καθιστά κεντρικό σημείο γεωοικονομικού ενδιαφέροντος για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επένδυση απέφερε σημαντική αύξηση στη διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων και αναβάθμισε τη διεθνή θέση του λιμανιού. Ωστόσο, σε επίπεδο Βρυξελλών, ο Πειραιάς προβάλλεται πλέον ως case study εξάρτησης από κρατικά ελεγχόμενα κεφάλαια τρίτων χωρών., με το μήνυμα που εκπέμπεται να είναι σαφές. Η οικονομική επιτυχία δεν αρκεί, εφόσον εγείρονται ζητήματα ελέγχου κρίσιμων υποδομών.
Η νέα λιμενική στρατηγική της ΕΕ
Η European Commission ετοιμάζει νέα στρατηγική για τα λιμάνια, με στόχο τη θωράκιση της ασφάλειας και τη μείωση της εξάρτησης από εξωευρωπαϊκούς παράγοντες. Σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας από τη γερμανική Frankfurter Allgemeiner Zeitung, το προσχέδιο προβλέπει αυστηρότερη εποπτεία επενδυτών από τρίτες χώρες και δυνατότητα προσωρινής κρατικής παρέμβασης σε περιπτώσεις κρίσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους κόμβους του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών (TEN-T), όπου περιλαμβάνονται λιμάνια στρατηγικής σημασίας όπως το Αμβούργο και το Μπρεμερχάφεν. Η παρουσία κινεζικών συμφερόντων σε τέτοιες υποδομές αντιμετωπίζεται πλέον ως δυνητικός γεωπολιτικός κίνδυνος.
Παράλληλα, εξετάζεται η ενίσχυση της αρχής «Made in EU» στις συμβάσεις παραχώρησης, ενθαρρύνοντας ευρωπαϊκές λύσεις σε εξοπλισμό και διαχείριση. Στο τραπέζι βρίσκεται και η αξιοποίηση του ευρωπαϊκού πλαισίου κυβερνοασφάλειας για τον αποκλεισμό παρόχων που θεωρούνται υψηλού ρίσκου.
Πού εκτείνεται το κινεζικό αποτύπωμα στα ευρωπαϊκά λιμάνια
Η κινεζική παρουσία στα ευρωπαϊκά λιμάνια είναι αποτέλεσμα μιας μεθοδικής στρατηγικής που ξεκίνησε πριν από περισσότερο από μία δεκαετία και αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Belt and Road». Δεν αφορά μόνο μεμονωμένες επενδύσεις, αλλά ένα πλέγμα συμμετοχών σε κομβικά σημεία της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας. Κρατικοί όμιλοι όπως η Cosco Shipping και η China Merchants Group έχουν αποκτήσει μερίδια –άλλοτε πλειοψηφικά και άλλοτε μειοψηφικά– σε περισσότερους από 20 τερματικούς σταθμούς εμπορευματοκιβωτίων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στη Γερμανία, η Cosco απέκτησε ποσοστό 24,99% στον τερματικό σταθμό Tollerort του λιμανιού του Αμβούργο, μετά από μακρά πολιτική διαπραγμάτευση στο Βερολίνο. Αν και το ποσοστό είναι μειοψηφικό, η επένδυση θεωρήθηκε ιδιαίτερα συμβολική, καθώς το Αμβούργο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εμπορευματικούς κόμβους της Βόρειας Ευρώπης.
Στην Ιταλία, κινεζικά συμφέροντα έχουν παρουσία στα λιμάνια της Τεργέστη και της Γένοβα, τα οποία θεωρούνται πύλες προς τη βιομηχανική καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης. Η γεωγραφική τους θέση τα καθιστά κρίσιμους σταθμούς για τη διακίνηση ασιατικών προϊόντων μέσω της Μεσογείου.
Στο Βέλγιο, η κινεζική παρουσία εντοπίζεται σε τερματικούς σταθμούς της Αμβέρσα και του Ζεεμπρούγκε, δύο από τα σημαντικότερα λιμάνια της βορειοδυτικής Ευρώπης. Αντίστοιχα, στην Ισπανία, η Cosco έχει εδραιώσει ισχυρή θέση στη Βαλένθια, ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου, ενώ συμμετοχή υπάρχει και στο Μπιλμπάο.
Παρουσία κινεζικών ομίλων καταγράφεται επίσης σε επιλεγμένες εγκαταστάσεις στη Γαλλία και στην Ολλανδία, διευρύνοντας το αποτύπωμα σε βασικούς κόμβους του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών. Το μοτίβο που ακολουθήθηκε στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ήταν η πλήρης εξαγορά, αλλά η απόκτηση στρατηγικών μειοψηφικών ποσοστών, τα οποία επιτρέπουν συμμετοχή στη διοίκηση, πρόσβαση σε δεδομένα και ενσωμάτωση στις εφοδιαστικές αλυσίδες, χωρίς να προκαλούν άμεσες πολιτικές αντιδράσεις για απώλεια εθνικού ελέγχου.
Αυτό το δίκτυο συμμετοχών δημιουργεί μια αλυσίδα λιμενικών «κόμβων» από τη Μεσόγειο έως τη Βόρεια Θάλασσα, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ του Πεκίνου στο παγκόσμιο εμπόριο και εξηγώντας γιατί οι Βρυξέλλες επανεξετάζουν πλέον με μεγαλύτερη προσοχή το πλαίσιο ελέγχου των ξένων επενδύσεων σε κρίσιμες υποδομές.
Η γεωπολιτική των υποδομών
Η μεταστροφή της ΕΕ δεν είναι ομοιόμορφη. Η Γαλλία τάσσεται υπέρ αυστηρότερων περιορισμών, ενώ η Γερμανία εμφανίζεται πιο επιφυλακτική λόγω της εξαγωγικής της εξάρτησης από την κινεζική αγορά. Ωστόσο, η γενική κατεύθυνση είναι σαφής: τα λιμάνια αντιμετωπίζονται πλέον ως κρίσιμη υποδομή εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις μετοχικές συμμετοχές, αλλά και τον εξοπλισμό. Μεγάλο ποσοστό των γερανογεφυρών παγκοσμίως κατασκευάζεται από κινεζικούς ομίλους, γεγονός που έχει τροφοδοτήσει ανησυχίες για θέματα κυβερνοασφάλειας και εξάρτησης. Στη Γερμανία, το ποσοστό αυτό φτάνει στο 70%-75%. Το 2021, το FBI εντόπισε τεχνολογία κατασκοπείας σε γερανούς της κινεζικής ZPMC που παραδίδονταν στο λιμάνι της Βαλτιμόρης, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο για την ασφάλεια και την ανάγκη ελέγχου των κρίσιμων υποδομών. Η Κομισιόν σκοπεύει πλέον να αξιοποιήσει τον Νόμο για την Κυβερνοασφάλεια (Cyber Security Act) για τον αποκλεισμό προμηθευτών που θεωρούνται υψηλού ρίσκου.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι σύνθετο. Ο Πειραιάς αποτελεί επιτυχημένο παράδειγμα επένδυσης που ενίσχυσε την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Ταυτόχρονα, η Αθήνα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση των επενδυτικών ροών και στη συμμόρφωση με ένα αυστηρότερο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η επόμενη περίοδος θα δείξει αν η Ευρώπη μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με την Κίνα χωρίς να διαταράξει το ίδιο της το εμπορικό οικοδόμημα. Στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης βρίσκεται ο Πειραιάς — όχι μόνο ως λιμάνι, αλλά ως σύμβολο της νέας εποχής γεωοικονομικού ανταγωνισμού.