Η ελληνική ναυτιλία στο μάτι του γεωπολιτικού κυκλώνα

Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ και ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας για παγκόσμια κυριαρχία. Τι αποφάσεις παίρνουν οι Έλληνες εφοπλιστές

Στενά Ορμούζ©EPA, ALI HAIDER

Στο επίκεντρο των γεωπολιτικών αναταράξεων βρίσκονται οι ισχυρές ελληνικές εφοπλιστικές οικογένειες, καθώς καλούνται να διαχειριστούν αυξανόμενους κινδύνους αλλά και ευκαιρίες στη διεθνή ναυτιλία. Σύμφωνα με το διεθνές οικονομικό μέσο Professional Wealth Management των Financial Times, οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου LNG, φαίνεται να εντείνουν την αβεβαιότητα και να επηρεάζουν άμεσα τις στρατηγικές τους επιλογές.

Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, η ναυτιλία δεν λειτουργεί με ορίζοντα μηνών, αλλά δεκαετιών, γεγονός που καθιστά τις σημερινές γεωπολιτικές εξελίξεις καθοριστικές για τις επενδυτικές επιλογές του μέλλοντος.

Το διπλό παιχνίδι της ναυτιλίας- Ρωσία, Κίνα, ΗΠΑ στο στόχαστρο

Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές ναυτιλιακές οικογένειες συνεχίζουν να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο κόστος κατασκευής των πλοίων αλλά και στην ασφάλεια και την προσβασιμότητα των βασικών εμπορικών διαδρομών. Παράλληλα, εξετάζουν εναλλακτικές θαλάσσιες οδούς όπως η Αρκτική διαδρομή, η οποία εκτιμάται ότι θα καταστεί λειτουργική μέσα στην επόμενη δεκαετία, αλλάζοντας ενδεχομένως τον παγκόσμιο ναυτιλιακό χάρτη.

Την ίδια ώρα, η επιδείνωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή και τη Μαύρη Θάλασσα οδηγεί σε αναπροσαρμογή στρατηγικών. Οι εφοπλιστές στρέφονται σε πιο προσεκτική διαχείριση κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς κυρώσεις, τη γεωπολιτική αστάθεια και την ανάγκη επιλογής ασφαλών τοποθεσιών για επιχειρησιακές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

Ένα από τα μεγαλύτερα διλήμματα για την ελληνική ναυτιλία είναι η γεωπολιτική τοποθέτηση. Παραδοσιακά, οι Έλληνες πλοιοκτήτες διατηρούν εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία, αξιοποιούν κινεζικά ναυπηγεία για την κατασκευή πλοίων και βασίζονται σε χρηματοδότηση από ασιατικές τράπεζες, όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα του PWM.

Ωστόσο, η Ελλάδα ως κράτος ευθυγραμμίζεται όλο και περισσότερο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ευρωπαϊκές πολιτικές. Αυτό δημιουργεί μια ένταση μεταξύ εθνικής στρατηγικής και επιχειρηματικών πρακτικών. Οι κυρώσεις, οι περιορισμοί στις ενεργειακές ροές και οι πιέσεις για «καθαρότερες» εμπορικές αλυσίδες περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών.

Η νέα πραγματικότητα διαμορφώνει έναν πολυπολικό κόσμο, όπου καμία δύναμη δεν κυριαρχεί απόλυτα. Για τους εφοπλιστές, αυτό σημαίνει ανάγκη για διαφοροποίηση — τόσο στις αγορές όσο και στις πηγές χρηματοδότησης και ασφάλισης.

Τα κορυφαία ενεργειακά σχέδια και ο ρόλος της Ελλάδας

Αντί να στηρίζεται στη Ρωσία και την Κίνα για ναυτιλιακά κέρδη, η ελληνική κυβέρνηση προωθεί τον λεγόμενο «Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου», ένα ευρωπαϊκό έργο που διευκολύνει τη θαλάσσια μεταφορά LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω ελληνικών τερματικών στα λιμάνια της Αλεξανδρούπολης και της νήσου Ρεβυθούσας προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία και άλλες χώρες της Ευρώπης, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Professional Wealth Management.

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, βρέθηκε πρόσφατα στην Ουάσινγκτον για να υπογράψει τη συμφωνία και να διασφαλίσει συνεργασίες με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, όπως οι Chevron και ExxonMobil στον τομέα της έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων. «Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στους Έλληνες πλοιοκτήτες και στη βιομηχανία που στηρίζουν», δήλωσε ο Παπασταύρου, επισημαίνοντας ότι αυτοί θα διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στην εισαγωγή αμερικανικού LNG στην Ευρώπη.

Ο υπουργός τόνισε ότι η πρωτοβουλία αυτή συνδέεται και με το Maritime Action Plan των Ηνωμένων Πολιτειών, με στόχο την αναζωογόνηση της αμερικανικής ναυπηγικής και του εμπορικού ναυτικού δυναμικού.

Σύμφωνα με αναλυτές, ο θαλάσσιος και τεχνολογικός ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα καθορίσει ολοένα και περισσότερο τα παγκόσμια εμπορικά μονοπάτια. Ο Arnab Das, ανεξάρτητος στρατηγικός αναλυτής παγκόσμιων αγορών και πρώην ανώτερος οικονομολόγος στην Invesco, επισημαίνει: «Βρισκόμαστε σε μια κούρσα, όπου οι δύο αυτές δυνάμεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, και η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί. Κανένας άλλος δεν πρόκειται να δεχτεί να υποταχθεί. Το νέο παγκόσμιο σκηνικό απαιτεί διαφοροποίηση, τόσο στα χαρτοφυλάκια περιουσιακών στοιχείων, όσο και στις ναυτιλιακές διαδρομές και τις πηγές ασφάλισης».

Όσον αφορά τα αμερικανικά ναυπηγεία, ο Das επισημαίνει ότι «βρίσκονται μόλις στην αρχή της προσπάθειάς τους. Είναι ένας τομέας όπου είχαν χάσει πριν καν ξεκινήσουν, αλλά μπορούν να πετύχουν σε βάθος χρόνου, αναπτύσσοντας τις δυνατότητές τους ως εμπορική, ναυτική και πολεμική δύναμη. Το έχουν πετύχει ξανά στο παρελθόν και μπορούν να το επαναλάβουν».

Ωστόσο, η επιτυχία τους εξαρτάται από την τιμή και τη σαφήνεια της πολιτικής. «Αν καταφέρουν να σταθεροποιήσουν τις πολιτικές τους και να τις κάνουν πιο προβλέψιμες απ’ ό,τι έχουμε τώρα, μπορούν να πετύχουν σε σημαντικό βαθμό», προσθέτει.

Το πλάνο των ΗΠΑ και οι επιπτώσεις στη ναυτιλία

Η έλλειψη σαφούς στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών προσθέτει νέες προκλήσεις για τις μεγάλες ελληνικές ναυτιλιακές οικογένειες, σύμφωνα με αναλυτές του κλάδου. Όπως επισημάνθηκε σε πρόσφατο συνέδριο, η Ουάσινγκτον αναγκάστηκε να υποχωρήσει δύο φορές σε εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Κίνα, καθώς το Πεκίνο διαθέτει πρόσβαση σε σπάνιες γαίες, μια παράμετρο που δεν λήφθηκε υπόψη στις οικονομικές προβλέψεις των ΗΠΑ. «Η κατασκευή και η λειτουργία στόλων μπορεί να επηρεαστεί με παρόμοιο τρόπο. Οποιοσδήποτε σημαντικός παίκτης στον κόσμο περνά από αυτόν τον συλλογισμό», τόνισε ένας από τους ομιλητές.

Η έλλειψη γεωπολιτικής στρατηγικής της Ουάσινγκτον περιπλέκει ακόμη περισσότερο τις διεθνείς συναλλαγές. Ο Edmund Shing, παγκόσμιος επικεφαλής επενδύσεων στη BNP Paribas Wealth Management, σχολίασε πως «Ο Τραμπ έχει καταφέρει να αναστατώσει σχεδόν όλους — Καναδά, Μεξικό, Ασία, Μέση Ανατολή, Ευρώπη. Όλοι είναι εκνευρισμένοι. Δεν είμαι σίγουρος ποια στρατηγική εξυπηρετεί αυτό».

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τη Μέση Ανατολή. «Υπάρχει στρατηγική για το Ιράν; Αν μιλάμε για αποκοπή της ηγεσίας, και αυτό αποτύχει, ποιο είναι το σχέδιο Β; Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει, και αυτό με ανησυχεί», πρόσθεσε ο Shing.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι επενδυτές καλούνται να επανατοποθετήσουν τα χαρτοφυλάκια τους, υποστηρίζοντας οικονομίες που παράγουν πόρους στη Βόρεια και Νότια Αμερική και την Ασία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε χώρες όπως ο Καναδάς και το Καζακστάν, που θεωρούνται σημαντικοί παραγωγοί ενέργειας και κατάλληλοι συνεργάτες για επενδύσεις.

Νικητές και ηττημένοι σε έναν κόσμο ενεργειακής αβεβαιότητας

Σε μια εποχή που η ενεργειακή ασφάλεια μετατρέπεται σε πολυτέλεια, οι απώλειες είναι πιο εμφανείς σε χώρες χωρίς δικούς τους φυσικούς πόρους, όπως η Ευρώπη και η Ιαπωνία, σύμφωνα με τον Edmund Shing της BNP Paribas Wealth Management. «Όλοι στον κόσμο πρέπει να αντιδράσουν — συμπεριλαμβανομένης της Κίνας — και όλοι μπαίνουμε στην ίδια κούρσα», λέει, επισημαίνοντας το αυξανόμενο κόστος για εξασφάλιση ενέργειας.

Η σύγκρουση ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ιράν και το Ισραήλ και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις πλέον κρίσιμες οδούς για την παγκόσμια ενέργεια. Σύμφωνα με αναλυτές, αυτή η εξέλιξη είναι κεντρικό στις στρατηγικές συζητήσεις, καθώς η εν λόγω θαλάσσια δίοδος περνά περίπου το 20 % του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η ερευνήτρια Louise Tumchewics, από το Center for War Studies της Νότιας Δανίας, εκτιμά ότι οι συνεχιζόμενες ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους στον Περσικό Κόλπο είναι πιθανό να συνεχιστούν, καθώς το Ιράν «εκμεταλλεύεται την ασυμμετρία κόστους και υλικών» εις βάρος των πιο ακριβών δυτικών όπλων. Αυτή η στρατηγική, λέει, καθιστά απίθανο να επιστρέψει η περιοχή σε ήρεμα νερά σύντομα.

Από την πλευρά του, ο καθηγητής Αθανάσιος Πλατιάς επισημαίνει ότι η θάλασσα έχει ξαναγίνει ένα «πεδίο αντιπαράθεσης», με τη ναυτιλία να λειτουργεί ως μέρος του οικονομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Ο έλεγχος στρατηγικών σηματοδοτών, όπως τα στενά του Ορμούζ, του Βοσπόρου, του Σουέζ και της Ταϊβάν, διαμορφώνει πλέον τις εξωτερικές πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων

Παρά του ότι ο πλήρης αποκλεισμός των Στενών έχει οδηγήσει σε σημαντική πτώση της κυκλοφορίας — με πολυάριθμα πλοία να αποφεύγουν τη δίοδο λόγω κινδύνων ανάμεσα σε πυραύλους και εναέριους στόχους — ορισμένοι επιχειρηματικοί παράγοντες έχουν επιλέξει να τολμήσουν τη διέλευση. Σύμφωνα με στοιχεία ναυτιλιακών αναλυτών, τουλάχιστον δέκα δεξαμενόπλοια ελληνικών συμφερόντων και δύο κινέζικα έχουν περάσει από τα Στενά μεταξύ Ομάν και Ιράν από την αρχή των αμερικανικών και ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στις 28 Φεβρουαρίου, ενώ και ινδικά πλοία υγροποιημένου αερίου έχουν πραγματοποιήσει αντίστοιχες διέλευσεις, παρά τις υψηλές απειλές ασφάλειας.