Τα όσα διαδραματίζονται στη ΓΣΕΕ τα τελευταία 24ωρα-εκτός από τις πολιτικές παρενέργειες- φανερώνουν και το μέγεθος του προβλήματος για τη δραματική εικόνα της συνδικαλιστικής οργάνωσης στο σύνολο των εργαζομένων. Γιατί σε τελευταία ανάλυση εκεί μπορεί να αναζητήσει κανείς τα αίτια της αναιμικής ή και ανύπαρκτης συνδικαλιστικής παρουσίας στους τόπους δουλειάς.
Το πρόσφατο τραγικό δυστύχημα στη «Βιολάντα» ανέδειξε την πλήρη ανυπαρξία συνδικαλιστικής οργάνωσης στην επιχείρηση. Τα χειρότερα ίσως θα είχαν αποφευχθεί εάν υπήρχε συνδικάτο στη μονάδα, για μια πιο οργανωμένη παρουσία στα θέματα ασφάλειας, μισθών. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια εξαίρεση στον κανόνα. Το ποσοστό συνδικαλιστικής οργάνωσης στον ιδιωτικό τομέα φτάνει μόλις στο 10%! Και αν ο μέσος όρος για την Ελλάδα στο σύνολο των εργαζομένων κινείται περί το 25%, ας σημειώσουμε ότι η εικόνα είναι μαγική: Στον δημόσιο τομέα το επίπεδο του συνδικαλισμού είναι 60%. Στην πρώτη περίπτωση, οι πιέσεις από την εργοδοσία, ο φόβος μη χαθεί η δουλειά λειτουργεί ανασταλτικά. Στη δεύτερη περίπτωση, του Δημοσίου, κακά τα ψέματα, η μονιμότητα των υπαλλήλων δίνει μεγαλύτερη ασφάλεια στην συνδικαλιστική οργάνωση.
Η ψαλίδα ανάμεσα στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα βρίσκει αντανάκλαση σε μικρές και μεγάλες δραστηριότητες. Οι γενικές απεργίες «σώζονται» από τη συμμετοχή κυρίως εργαζομένων στο Δημόσιο. Το χειρόφρενο στα μέσα μεταφοράς είναι το σήμα κατατεθέν των κινητοποιήσεων. Οι μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα, απέχουν. Οι τράπεζες λειτουργούν κανονικά. Το ίδιο και οι αλυσίδες τροφίμων-ας μη γίνει λόγος για μονάδες σύγχρονης τεχνολογίας η για μεγάλες βιομηχανικές μονάδες. Η έντονη παραταξιοποίηση κάνει ακόμα πιο δύσκολη την απόπειρα αποτελεσματικής και συνεκτικής πρότασης για συνδικαλιστική ανάταση. Εδώ και 30 και πλέον χρόνια, η πιο εμβληματική εργατική κινητοποίηση, αυτή της εργατικής Πρωτομαγιάς γιορτάζεται ξεχωριστά κυρίως από παραταξιακά μπλοκ και κόμματα.
Οι παρατάξεις είναι που πρυτανεύουν και στα δευτεροβάθμια όργανα και δίνουν την εικόνα μιας αποδυναμωμένης συνδικαλιστικής ηγεσίας, καθόλου ελκυστικής ιδιαίτερα σε όλους όσοι μπαίνουν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας. Νιώθουν ακάλυπτοι, μοιάζει να μην περιμένουν τίποτα από ένα συνδικάτο-σφραγίδα. Κι αυτό, την ώρα που ο αριθμός των σωματείων είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τους εργαζόμενους που εκπροσωπούν. Στη ΓΣΕΕ ανήκουν 74 Ομοσπονδίες, 84 Εργατικά Κέντρα και πάνω από 2.500 πρωτοβάθμια σωματεία. Στο Δημόσιο, έχουμε 46 Ομοσπονδίες (δημόσια διοίκηση, υγεία, παιδεία) με πάνω από 1.200 πρωτοβάθμια σωματεία. Ένας οργανωτικός κατακερματισμός αντιστρόφως ανάλογος του βαθμού ενδιαφέροντος των εργαζομένων…
Υπάρχουν όμως και δομικά όσο και νομικά προσκόμματα στην διαμόρφωση χαμηλού ποσοστού συνδικαλιστικής οργάνωσης. Ας σημειώσουμε ότι ο νόμος δεν επιτρέπει τη σύσταση σωματείου με λιγότερους από 20 εργαζόμενους. Κι όμως, την ίδια ώρα πάνω από το 97% των επιχειρήσεων στη χώρα απασχολεί λιγότερους από 20 εργαζόμενους η καθεμία. Στην εικόνα αυτή πρέπει να προσθέσουμε και μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Η δεκαετής σχεδόν κρίση στη χώρα μπορεί να ώθησε μέρος των εργαζομένων σε πιο ριζοσπαστική στάση, ωστόσο μεγάλο μέρος από αυτούς απαξίωσε και τα συνδικάτα ως θεσμό που θα μπορούσε να προστατεύσει το εισόδημά τους. Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς δεν άφησε εκτός κάδρου τα συνδικάτα.
Σημαντική παράμετρος στο χάσμα ανάμεσα στα συνδικάτα και τους εργαζόμενους είναι-συνέπεια των παθογενειών που περιγράψαμε παραπάνω- και η αδυναμία τους να εκφράζουν τις αγωνίες των πολιτών, και μάλιστα των πιο αδύναμων εισοδηματικά, για θέματα πρώτης προτεραιότητας-όπως, για παράδειγμα, η ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης ή το στεγαστικό. Δεν γίνεται λόγος βέβαια για τις επιπτώσεις από τις κοσμογονικές αλλαγές που επιφέρει και στις εργασιακές σχέσεις η «εισβολή» της Τεχνητής Νοημοσύνης στο επιχειρείν. Σε πρόσφατη έρευνα της Kapa Research, στο ερώτημα αν οι εργαζόμενοι ανησυχούν για το ενδεχόμενο η Τεχνητή Νοημοσύνη να αντικαταστήσει την εργασία τους, το 52% απάντησε καταφατικά.
Η κρίση συνδικαλιστικής ηγεσίας που εκτυλίσσεται με δραματικό τρόπο μπροστά στα μάτια μας, σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό και την αναιμική πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για μια τομή στα «συνηθισμένα». Βέβαια, η πρόσφατη συμφωνία κυβέρνησης-εταίρων για τη συλλογική σύμβαση εργασίας δίνει έδαφος για κινήσεις ενθάρρυνσης της συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπως τη σύναψη κλαδικών συλλογικών συμβάσεων. Πιο σημαντικό είναι το μήνυμα συνεννόησης που εκπέμπεται από τη συμφωνία κορυφής. Αυτό βεβαίως από μόνο του δεν αρκεί. Η τρέχουσα κρίση αναδεικνύει πόσο ζωτικής σημασίας είναι η διαφάνεια και ο εκδημοκρατισμός στη λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήματος.
Πόσο απαραίτητη είναι η χρήση εργαλείων για τη αναζήτηση κοινής γλώσσας με νέους εργαζόμενους, με γυναίκες, ακόμη και με μετανάστες. Όλα αυτά χρειάζονται βεβαίως συναινέσεις τόσο σε πολιτικό επίπεδο, όσο και μια ριζική ανανέωση στην κορυφή των συνδικάτων, όπως και αλλαγή νοοτροπίας. Προϋποθέσεις που πόρρω απέχουν από το να είναι εφικτές και εφαρμόσιμες, δυστυχώς όχι μόνο για το σήμερα, αλλά και το ορατό μέλλον.