Ποιος ασκεί ουσιαστική αντιπολίτευση; Το ερώτημα-παγίδα στις δημοσκοπήσεις

Όσο η αντιπολίτευση δεν μετατρέπει τη διαμαρτυρία σε εμπιστοσύνη, η κυβέρνηση μπορεί να διατηρεί το προβάδισμα χωρίς να έχει αποκαταστήσει τη δική της αξιοπιστία

O N. Ανδρουλάκης στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής επί της προτάσεως που κατέθεσαν εξήντα (60) Βουλευτές της Κοινοβουλευτικής Ομάδας "ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ", για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής "που θα διερευνήσει όλα τα ζητήματα που έχουν ανακύψει σχετικά με τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ © eurokinissi

«Ποιος κάνει πιο ουσιαστική αντιπολίτευση;» Αυτό είναι ένα ερώτημα, που καθιερώνεται τους τελευταίους μήνες στις δημοσκοπήσεις. Οι απαντήσεις φωτίζουν πολλές από τις αδυναμίες της αντιπολιτευτικής τακτικής των δύο μεγαλύτερων αντιπολιτευτικών δυνάμεων, του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ. Ένα ερώτημα, που συμβαδίζει με την ιδιότυπη σύγκρουση των δύο κομμάτων για τη διεκδίκηση, δημοσκοπικά, της δεύτερης θέσης και αφήνει πολλά κενά στην πολιτική τους στρατηγική ενόψει των εκλογών. Το ερώτημα «ποιος ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση» καταγράφει μια συγκριτική προτίμηση. Δεν αποδεικνύει ότι εκείνος που προηγείται ασκεί αντιπολίτευση την οποία η κοινωνία θεωρεί επαρκή. Μπορεί να αναδεικνύει τον καλύτερο μεταξύ επιλογών που συνολικά αξιολογούνται χαμηλά.

Ας δούμε δύο ενδεικτικές μετρήσεις. Στην τελευταία δημοσκόπηση της Marc, στο ερώτημα για ουσιαστική αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 16,6%,η ΕΛΑΣ9,2%. Στη συνέχεια υπάρχει μια διασπορά προτιμήσεων στα μικρότερα κόμματα: η Πλεύση Ελευθερίας το 8,2% και η Ελληνική Λύση 6,7%, το ΚΚΕ 4,6%, ο ΣΥΡΙΖΑ 3,9%, η Φωνή Λογικής με 3,3% και Ελπίδα για τη Δημοκρατία με 2,4%. Όμως τo 39,5% απαντά πως κανένα κόμμα δεν ασκεί «ιδιαίτερα« ικανοποιητική αντιπολίτευση. Στην Pulse (22 Οκτωβρίου), τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν για το ΠΑΣΟΚ 15,5%, για την ΕΛΑΣ 9,5% ενώ το «κανένας δεν ασκεί ουσιαστική αντιπολίτευση» ανέρχεται στο 25,5%. Η συνολική άρνηση για την αποτελεσματικότητα της αντιπολίτευσης έρχεται… πρώτο «κόμμα». Γι’ αυτό και η διατύπωση «το ΠΑΣΟΚ ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση» μπορεί να είναι ακριβής ως παρουσίαση της σειράς των κομμάτων, αλλά γίνεται παραπλανητική όταν παραγνωρίζεται το μέγεθος της αποδοχής και το ποσοστό του «κανένα», που αίρει την ευρεία αναγνώριση της αντιπολιτευτικής αποτελεσματικότητας.

Προσοχή όμως: αν το 16% επιλέγει ένα κόμμα, δεν σημαίνει ότι το υπόλοιπο 84% θεωρεί την αντιπολίτευσή του ανούσια. Κάποιος μπορεί να αξιολογεί θετικά δύο κόμματα, αλλά να επιλέγει μόνο το ένα ως καλύτερο. Εφόσον ζητείται μία απάντηση, η αναγνώριση κατανέμεται ανάμεσα σε πολλές δυνάμεις.

Οι χαμηλές επιδόσεις στο ερώτημα για «αποτελεσματική αντιπολίτευση» σχετίζονται και με το χάσμα ανάμεσα στην κυβερνητική δυσαρέσκεια και στην αντιπολιτευτική εμπιστοσύνη. Στην ίδια έρευνα της MARC, το 62,7% αξιολογούσε αρνητικά ή μάλλον αρνητικά την κυβέρνηση, ενώ το 39,5% δεν αναγνώριζε σε κανένα κόμμα την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση. Τα δύο ευρήματα δεν αφορούν υποχρεωτικά τους ίδιους ανθρώπους —αυτό απαιτεί διασταύρωση των απαντήσεων— αλλά δείχνουν ότι η κυβερνητική φθορά δεν συνοδεύεται αυτόματα από ισχυρή αντιπολιτευτική αναγνώριση.

Η ακρίβεια, που παραμένει σταθερά το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα στις μετρήσεις, χρεώνεται κατά βάση στην κυβέρνηση Όμως τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν αρκεί να περιγράψουν αυτήν την εμπειρία για αποκτήσουν πειστήρια αξιοπιστίας. Υπάρχει έλλειμμα στην αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση, στο ρεύμα κυβερνησιμότητας, στην πίεση που παράγει αποτέλεσμα. Διαφορετικά, επιβεβαιώνει αυτό που ο πολίτης ήδη γνωρίζει, χωρίς να τον πείθει ότι μπορεί να το αλλάξει.

Οι απαντήσεις στο ερώτημα για ουσιαστική αντιπολίτευση έχουν διαφορετική αφετηρία για τον καθένα που ερωτάται. Για έναν ψηφοφόρο σημαίνει τεκμηριωμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Για άλλον, μαχητική σύγκρουση με την κυβέρνηση. Για έναν τρίτο, ρεαλιστικές προτάσεις και αποφυγή υπερβολών. Ένα κόμμα μπορεί να θεωρεί ότι κάνει υπεύθυνη αντιπολίτευση και ένα μέρος του ακροατηρίου του να βλέπει ατολμία. Ή να επιλέγει διαρκή καταγγελία και να εκλαμβάνεται ως θορυβώδες, χωρίς αποτελεσματικότητα.

Συνεπώς η αναγνώριση αντιπολιτευτικού έργου δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε ψήφο. Στην έρευνα Pulse, το ΠΑΣΟΚ προηγούνταν στην «ουσιαστική αντιπολίτευση», αλλά η ΕΛΑΣ προηγούνταν στην πρόθεση ψήφου. Και αυτό γιατί το ΠΑΣΟΚ έχει προχωρήσει στη διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων, που προφανώς έχουν αντίκτυπο στην κοινή γνώμη, σε σχέση με την ΕΛΑΣ που υστερεί. Όμως, κάποιος μπορεί να αναγνωρίζει σε ένα κόμμα καλύτερο έλεγχο της κυβέρνησης, αλλά μεσολαβούν και άλλα κριτήρια- η ιδεολογική συγγένεια, οι προτιμήσεις στην ηγεσία, το δυναμικό στελεχών που πλαισιώνει το κάθε κόμμα. Για το ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, το ερώτημα είναι γιατί η συγκριτικά καλύτερη αξιολόγηση της αντιπολιτευτικής του παρουσίας δεν αρκεί για να διευρύνει αποφασιστικά την εκλογική του επιρροή. Για την ΕΛΑΣ, το ερώτημα είναι γιατί η μεγαλύτερη εκλογική της επιρροή δεν συνοδεύεται από ανάλογη αναγνώριση καθημερινού αντιπολιτευτικού έργου.

Η ουσιαστική αντίφαση, επομένως, εμφανίζεται όταν τα κόμματα παρουσιάζουν μια περιορισμένη συγκριτική επιτυχία ως κοινωνική επιβεβαίωση. Το «είμαι πρώτος στην αντιπολίτευση» έχει μικρό πολιτικό βάρος όταν ο «κανένας» προηγείται τόσο καθαρά. Η πραγματική δοκιμασία είναι να αναγνωρίζουν την αξία σου άνθρωποι πέρα από τον κομματικό σου πυρήνα και να συνδέουν την παρουσία σου με προσδοκία αποτελέσματος. Κι εδώ τα εμπόδια, προς το παρόν, μοιάζουν μεγάλα. Αυτό προσφέρει και μια πιθανή εξήγηση για την αντοχή της κυβέρνησης παρά τη δυσαρέσκεια: η αρνητική αξιολόγηση της εξουσίας δεν αρκεί για να συγκροτήσει εναλλακτική πλειοψηφία. Όσο η αντιπολίτευση δεν μετατρέπει τη διαμαρτυρία σε εμπιστοσύνη, η κυβέρνηση μπορεί να διατηρεί το προβάδισμα χωρίς να έχει αποκαταστήσει τη δική της αξιοπιστία. Το κρίσιμο έλλειμμα αφορά τη δυνατότητα να πειστεί ο πολίτης ότι η αλλαγή κυβέρνησης θα φέρει και αλλαγή αποτελέσματος.