Η ιδέα ξεκίνησε σε ένα γκαράζ στην Καλιφόρνια πριν 50 χρόνια, την 1 Απριλίου του 1976. Δύο νεαροί τόλμησαν να σκεφτούν ότι ο κάθε άνθρωπος θα μπορούσε να έχει τον δικό του υπολογιστή – που εκείνη την εποχή θα μπορούσε όντως να είναι ένα πετυχημένο πρωταπριλιάτικο αστείο – και κάπως έτσι οι Steve Jobs, Steve Wozniak μαζί με τον Ronald Wayne ιδρύουν την Apple αλλάζοντας κάθε έκφανση της ανθρωπότητας.
Σήμερα, η Apple Computer Inc αποτελεί τον πιο επιδραστικό τεχνολογικό κολοσσό, έχοντας στις αποσκευές της προϊόντα που έχουν διαμορφώσει τον σύγχρονο τρόπο ζωής και την κουλτούρα παγκοσμίως. Η εταιρεία που μας πρόσφερε μεταξύ άλλων τον Apple II, το Macintosh, το iPod και το iphone αυτή τη στιγμή διαθέτει πάνω από 2,6 δισεκατομμύρια ενεργές συσκευές, απασχολεί πάνω από 165.000 εργαζομένους και η χρηματιστηριακή της αξία ξεπερνά τα 3,5 τρισ. δολάρια.
Μετά από 50 χρόνια η Apple έχει καταφέρει να θεωρείται ταυτόσημη με τις έννοιες του design, της καινοτομίας και της διορατικότητας. Σε αυτόν το «μύθο» πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η μορφή του Steve Jobs. Ωστόσο, η αλήθεια έχει πιο βαθιές ρίζες.
Η προσοχή στη λεπτομέρεια και η προσήλωση στην τελειότητα, που έχουν κάνει τα προϊόντα της Apple να ξεχωρίζουν, δεν ανιχνεύονται για πρώτη φορά στο όραμα του Steve Jobs. Η αφετηρία τους βρίσκεται σε μια βαθύτερη βιομηχανική κληρονομιά, που ξεκινά από την κατεστραμμένη, μεταπολεμική Ιαπωνία και από μια φιλοσοφία παραγωγής που πρώτη έβαλε στο επίκεντρο την ποιότητα και τη συνεχή βελτίωση.
Όλα ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 1945 και στην αμερικανική κατοχή της Ιαπωνίας. Όταν ο στρατηγός Douglas MacArthur έφτασε στο Τόκιο διαπίστωσε ότι η βιομηχανία επικοινωνιών της Ιαπωνίας ήταν κατεστραμμένη και για να βρει λύση επιστράτευσε τον 33χρονο μηχανικό Homer Sarasohn. Ο Sarasohn διαπίστωσε ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο τεχνικό, αλλά κυρίως διοικητικό και αντίληψης. Αντί να περιοριστεί σε τεχνικές λύσει και μπαλώματα όπως η αποκατάσταση των εργοστασίων, εγκαινίασε μια ριζοσπαστική εργασιακή φιλοσοφία.
Άρχισε να παραδίδει σεμινάρια σε κορυφαία ιαπωνικά στελέχη – μεταξύ των οποίων και οι ιδρυτές της Sony – εκπαιδεύοντάς τους στη λογική ότι η κατασκευή και η παραγωγή είναι ένα «συνολικό σύστημα» όπου τα ελαττώματα πρέπει να τείνουν στο μηδέν. Η ποιότητα δεν ήταν ένας απλός έλεγχος ρουτίνας, αλλά θεμελιώδης αρχή για ολόκληρη την επιχείρηση. Η τελειότητα πρέπει να διέπει όλα τα βήματα της παραγωγής και να μην επισφραγίζει απλά το τελικό στάδιο.
Και ενώ η μεταπολεμική Αμερική προσπέρασε αυτά τα μαθήματα δίνοντας προτεραιότητα στην ταχύτητα παραγωγής, η Ιαπωνία τα αφομοίωσε πλήρως κάνοντας τεχνολογικό άλμα. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι ιαπωνικές εταιρείες ξεπέρασαν εμφατικά την αμερικανική βιομηχανία, με την Toyota να εισάγει το σύστημα “just in time” και τις ιαπωνικές επιχειρήσεις να κυριαρχούν στους ημιαγωγούς.
Apple: Η γέννηση του σύγχρονου τεχνολογικού γίγαντα
Η υπεροχή αυτή έγινε ξεκάθαρη το 1980, όταν η Hewlett-Packard (HP) ανακάλυψε ότι τα καλύτερα ιαπωνικά τσιπ μνήμης είχαν 1.000% καλύτερη απόδοση στον αρχικό έλεγχο από τα αντίστοιχα αμερικανικά. Αυτό ώθησε εταιρείες όπως η HP και αργότερα η Motorola να υιοθετήσουν ιαπωνικές μεθόδους.
Λίγα χρόνια μετά, την περίοδο της NeXT, ο Steve Jobs έρχεται σε επαφή τις ιαπωνικές ιδέες και μετά από διάφορα σκαμπανεβάσματα ξεκινά η ιστορία για τη γέννηση της Apple όπως την ξέρουμε σήμερα.
Αρχικά ήταν δύσπιστος, καθώς πίστευε περισσότερο στη λογική του «δυνατά μυαλά και πίεση για εξαιρετικό αποτέλεσμα». Σταδιακά όμως, μέσα από τις αποτυχίες της NeXT και αργότερα από τα οργανωτικά προβλήματα που αντιμετώπισε η Pixar, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η ποιότητα δεν είναι μόνο θέμα ταλέντου ή έμπνευσης, αλλά και συστήματος.
Το κρίσιμο σημείο ήρθε όταν ο Jobs άρχισε να υιοθετεί τη σκέψη του Joseph M. Juran και άλλων «θεωρητικών της ποιότητας» που σε συνέχεια του ιαπωνικού μοντέλου πρέσβευαν ότι οι επιχειρηματικές διαδικασίες πρέπει να σχεδιάζονται, να αξιολογούνται, να επαναλαμβάνονται και να βελτιώνονται αδιάλειπτα. Υιοθετώντας εν τέλει αυτό το σύστημα σκέψης, η Apple της επιστροφής του Jobs μετά το 1997 δεν έγινε απλώς μια εταιρεία με καινοτόμα προϊόντα. Έγινε μια μηχανή βιομηχανικής εκτέλεσης, ικανή να παντρέψει τον κορυφαίο σχεδιασμό με τη μαζική παραγωγή υψηλής ακρίβειας.
Και αυτό το παράδειγμα έχει τεράστια οικονομική σημασία στις μέρες μας. Διότι η ιστορία της Apple δείχνει ότι η εταιρική υπεροχή δεν χτίζεται μόνο με επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα ή ένα νέο εργοστάσιο. Χτίζεται με δεκαετίες συσσωρευμένης γνώσης και ποιότητας, με υψηλά εκπαιδευμένα στελέχη και αλυσίδες εφοδιασμού που μαθαίνουν να λειτουργούν αλάνθαστα.
Μετά από 50 χρόνια, η Apple δεν αποτελεί απλά ένα σύμβολο τεχνολογικής καινοτομίας. Είναι η απόδειξη ότι η πραγματική οικονομική ισχύς στην τεχνολογία δεν κρίνεται μόνο στο λανσάρισμα ενός προϊόντος, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτό σχεδιάζεται, παράγεται και παραδίδεται με συνέπεια σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ιστορία της Apple είναι το σημείο όπου ενώνεται ένα σύστημα τεχνογνωσίας πολλών δεκαετιών, όπου αποκωδικοποιείται μια πράξη τεράστιας πολυπλοκότητας. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα που μας διδάσκει η ιστορία της εταιρείας με το logo του μισοφαγωμένου μήλου που άλλαξε τον κόσμο.
Σε ένα περίεργο παιχνίδι τη μοίρας, η Apple κατάφερε τελικά όχι απλά να ανταγωνιστεί τις ιαπωνικές εταιρείες αλλά να «καταπιεί» ολόκληρους κολοσσούς όπως η Sony και η Panasonic και να τους μετατρέψει σε απλούς υπεργολάβους της αυτοκρατορίας της.