Η διεθνής οικονομία εκτιμάται ότι αναπτύχθηκε με ένα ρυθμό περί το 3% το 2025, κάπως χαμηλότερο του μακροχρόνιου μέσου όρου, αλλά αρκετά ικανοποιητικό αν ληφθεί υπόψιν το είδος και η ένταση των διαταραχών που συνέβησαν εντός του έτους, με κυριότερες τους πολέμους σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, καθώς και την επιβολή των δασμών από τη νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ. Στο ξεκίνημα του νέου έτους, η αβεβαιότητα παρουσιάζεται κάπως μειωμένη, καθόσον κάποια από τα πολεμικά μέτωπα είναι σε ύφεση ή υπό διαπραγμάτευση, και οι δασμοί επιβλήθηκαν σε επίπεδο χαμηλότερο από το αρχικώς ανακοινωθέν. Ως αποτέλεσμα, το χειρότερο σενάριο απομακρύνεται και η ανάπτυξη αναμένεται ότι θα κινηθεί και το 2026 σε παρόμοια επίπεδα με το 2025. Παρά ταύτα, οι εστίες αβεβαιότητας εξακολουθούν να είναι αρκετές: οι συμφωνίες επί των δασμών θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν, τα πολεμικά μέτωπα θα μπορούσαν να επιδεινωθούν, ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ θα μπορούσε να επιμείνει, αναγκάζοντας την Fed να καθυστερήσει τη μείωση των επιτοκίων, οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να εκτροχιαστούν, πλήττοντας την ήδη ευάλωτη ανάπτυξη της Ευρωζώνης. Σε αυτούς τους κινδύνους προστίθεται το ερωτηματικό του κατά πόσον η επανάσταση στην παραγωγικότητα που ευαγγελίζεται η Τεχνητή Νοημοσύνη, και η οποία έχει κινητροδοτήσει τεράστιες επενδύσεις από τους τεχνολογικούς γίγαντες, θα μπορέσει να μεταφραστεί σε κερδοφορία ή θα οδηγήσει σε διόρθωση των αποτιμήσεων.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία αναμένεται να εξακολουθήσει να υπεραποδίδει αναπτυξιακά έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης το 2026, με ρυθμό ανάπτυξης άνω του 2%. Κύριοι οδηγοί της ανάπτυξης είναι η ανθεκτικότητα της ιδιωτικής κατανάλωσης και του τουρισμού, η εμπιστοσύνη της αγοράς εκ της καλής πορείας των δημόσιων οικονομικών, καθώς και η τόνωση των επενδύσεων από την υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Καθώς η προγραμματική περίοδος λήγει το 2026, η προσπάθεια θα είναι διμέτωπη: αφενός να απορροφηθούν όσον το δυνατόν περισσότεροι από τους διαθέσιμους πόρους, και αφετέρου αυτοί οι πόροι να διατεθούν στις παραγωγικότερες χρήσεις ώστε να έχουν θετικό αντίκτυπο στις μακροπρόθεσμες προοπτικές της χώρας και να μην αποδειχτούν μία ακόμα βραχυχρόνια τόνωση της ζήτησης, όπως παλαιότερα προγράμματα (ΜΟΠ, ΕΣΠΑ, ΚΑΠ). Μετά το πέρας του ΤΑΑ, το ερώτημα αφορά το πως η χώρα θα βρει νέους καταλύτες ώστε να μην ατονήσει η ανάπτυξη, υπό το βάρος των δυσμενών δημογραφικών προβολών, και του -μικρότερου ακόμα σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο- κεφαλαιακού της αποθέματος. Επιπλέον, η βιωσιμότητα της ανάπτυξης επιβάλλει τον ισοσκελισμό του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τον αναπροσανατολισμό των εξειδικεύσεων της οικονομίας προς τομείς υψηλότερης έντασης γνώσης και τεχνολογίας. Προϋπόθεση για να συμβούν αυτά είναι η προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων και το βασικότερο εργαλείο προς τούτο είναι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε κράτος, δικαιοσύνη, εκπαίδευση και αγορές. Επομένως, είναι κρίσιμης σημασίας οι μεταρρυθμίσεις να μην επιβραδυνθούν από τις διακυμάνσεις του πολιτικού κύκλου αλλά, αντίθετα, να προχωρήσουν ταχύτερα και πιο φιλόδοξα.