Σε ένα ξενοδοχείο στην Κρήτη, ένα ρομπότ μπορεί να μεταφέρει σεντόνια. Σε ένα φωτοβολταϊκό πάρκο στη Βοιωτία, ένα ρομποτικό σκυλί μπορεί να κάνει περιπολία στις 3 το πρωί. Η ρομποτική επανάσταση στην Ελλάδα πιθανότατα δεν θα ξεκινήσει με ένα ανθρωποειδές ρομπότ. Θα ξεκινήσει με μηχανές που λύνουν πολύ πιο πρακτικά προβλήματα: καθαρίζουν ένα ξενοδοχείο, μεταφέρουν μια παλέτα, επιθεωρούν ένα φωτοβολταϊκό πάρκο ή ελέγχουν τη γάστρα ενός πλοίου. Ενώ η διεθνής δημοσιότητα επικεντρώνεται στα ανθρωποειδή ρομπότ της Tesla, της Figure, της Boston Dynamics και των κινεζικών εταιρειών, η αγορά της ρομποτικής κινείται ήδη πολύ πιο γρήγορα σε λιγότερο εντυπωσιακές αλλά πολύ πιο πρακτικές εφαρμογές.
Στα εργοστάσια όλου του κόσμου λειτουργούν πλέον παραπάνω από 5 εκατομμύρια βιομηχανικά ρομπότ. Μόνο το 2025 εγκαταστάθηκαν περισσότερα από 600.000 νέα συστήματα, παρουσιάζοντας αύξηση 11% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, σύμφωνα με την International Federation of Robotics. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αγορά των επαγγελματικών ρομπότ παροχής υπηρεσιών (service robots) που δεν αφορούν εφαρμογές βιομηχανικού αυτοματισμού. Οι παγκόσμιες πωλήσεις τους αυξήθηκαν κατά 24% το 2025, πλησιάζοντας τις 250.000 μονάδες, με τα ρομπότ μεταφορών να αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία. Η ερώτηση επομένως δεν είναι πλέον εάν τα ρομπότ θα περάσουν από τα εργαστήρια στην πραγματική οικονομία. Για την Ελλάδα, η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση είναι πού μπορούν να πιάσουν δουλειά πρώτα και πού η επένδυση μπορεί πραγματικά να αποδώσει.
Το ελληνικό πρόβλημα που δημιουργεί την ευκαιρία
Η ελληνική οικονομία διαθέτει ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να επιταχύνει άμεσα τη χρήση ρομποτικών συστημάτων: σημαντικοί κλάδοι δυσκολεύονται ήδη να βρουν εργαζομένους. Οι συνολικές ελλείψεις έχουν εκτιμηθεί σε τουλάχιστον 200.000 εργαζομένους, με περίπου 90.000 από αυτούς να αφορούν τον τουρισμό. Στα ξενοδοχεία, για παράδειγμα σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Euronews από έρευνα του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων για το 2025, περίπου 53.800 θέσεις παρέμειναν κενές με ιδιαίτερες ελλείψεις σε housekeeping, κουζίνα και service.
Ταυτόχρονα, μεγάλοι κλάδοι στους οποίους η ρομποτική μπορεί να βρει εφαρμογή απασχολούν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 η μεταποίηση απασχολούσε περίπου 426.500 εργαζομένους, η γεωργία 377.500, η φιλοξενία και εστίαση 377.000, οι μεταφορές και αποθήκευση 229.300 και οι κατασκευές 202.600. Όλοι αυτοί είναι κλάδοι που επίσης έχουν ελλείψεις σε προσωπικό και επομένως τα ρομπότ θα μπορούσαν να απορροφήσουν μέρος του φόρτου εργασίας, αναλαμβάνοντας τις πιο βαριές, επαναλαμβανόμενες ή επικίνδυνες εργασίες.
Τα τρία κύματα ρομποτικής για την Ελλάδα
Δεν βρίσκονται όμως όλα τα ρομπότ στο ίδιο στάδιο τεχνολογικής και εμπορικής ωριμότητας. Για την ελληνική αγορά μπορούν να διακριθούν τρία κύματα εφαρμογών.
- Το πρώτο κύμα είναι ήδη εδώ: βιομηχανικοί ρομποτικοί βραχίονες και συνεργατικά ρομπότ (cobots), αυτόνομα κινητά ρομπότ (AMRs) στις αποθήκες, μηχανήματα αυτόνομου καθαρισμού και drones για επιθεωρήσεις. Πρόκειται για τεχνολογίες δοκιμασμένες διεθνώς, με συγκεκριμένες εφαρμογές και σχετικά εύκολα μετρήσιμο οικονομικό αποτέλεσμα.
- Το δεύτερο κύμα βρίσκεται τώρα στην αρχή της εμπορικής ανάπτυξης: ρομποτικά σκυλιά για αυτόνομες επιθεωρήσεις, πιο εξελιγμένα αγροτικά ρομπότ και συστήματα που συνδυάζουν ρομποτική, computer vision και Τεχνητή Νοημοσύνη για να λειτουργούν με μεγαλύτερη αυτονομία σε λιγότερο ελεγχόμενα περιβάλλοντα.
- Το τρίτο κύμα είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης περιόδου: τα ανθρωποειδή και γενικότερα τα ρομπότ γενικής χρήσης. Είναι η κατηγορία που προσελκύει σήμερα τεράστιες διεθνείς επενδύσεις, αλλά απέχει ακόμη από την ευρεία εμπορική αξιοποίηση στην ελληνική αγορά.
Για μια ελληνική επιχείρηση, επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιο ρομπότ προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση, αλλά ποια τεχνολογία είναι ήδη αρκετά ώριμη ώστε να λύνει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα με οικονομικά βιώσιμο τρόπο.
Το ελληνικό οικοσύστημα ρομποτικής
Παράλληλα αρχίζει να δημιουργείται ένα εγχώριο οικοσύστημα γύρω από τη ρομποτική. Το HERON αποτελεί το πρώτο ελληνικό Center of Excellence στον κλάδο, ενώ το πρώτο Hellenic Robotics Forum επιχείρησε να φέρει πιο κοντά ερευνητές, βιομηχανία και ελληνική επιστημονική διασπορά. Το επόμενο ερώτημα είναι εάν γύρω από αυτή την ερευνητική δραστηριότητα θα αναπτυχθούν όχι μόνο αντιπροσωπείες διεθνών κατασκευαστών, αλλά και ελληνικές εταιρείες που θα προσαρμόζουν και θα λειτουργούν ρομποτικά συστήματα.
Οι ελληνικές εταιρείες που κινούνται ήδη
Πίσω από τις γενικές τάσεις, υπάρχουν ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν ήδη κάνει το πρώτο βήμα, όπως:
- Η Skroutz που επένδυσε στο κέντρο διανομής της στην Ελευσίνα, εγκαθιστώντας σύστημα με 30 ρομπότ που μπορεί να αποθηκεύσει έως 1,2 εκατομμύρια προϊόντα.
- Το Luwian Athens Boutique Hotel που χρησιμοποιεί service robots στο επισιτιστικό τμήμα, ενώ η χρήση ρομποτικής έχει επεκταθεί και σε εφαρμογές housekeeping.
- Η γαλακτοβιομηχανία ΚΡΙΚΡΙ που εγκατέστησε ρομποτικό σύστημα παλετοποίησης για τη συσκευασία των προϊόντων της.
Το μοτίβο είναι ενδεικτικό: οι πρώτες ελληνικές εφαρμογές δεν περιμένουν τα «τέλεια» ρομπότ, αλλά ξεκινούν με δοκιμασμένες τεχνολογίες σε συγκεκριμένες εργασίες όπου το αποτέλεσμα μπορεί να μετρηθεί.
Logistics: ίσως η πιο ώριμη αγορά
Αν υπάρχει ένας κλάδος όπου τα ρομπότ μπορούν να επεκταθούν γρήγορα στην Ελλάδα, είναι οι αποθήκες. Τα Αυτόνομα Κινητά Ρομπότ (Autonomous Mobile Robots – AMRs) μπορούν να αντιλαμβάνονται το περιβάλλον τους και να κινούνται αυτόνομα μέσα σε αποθήκες, αναλαμβάνοντας εργασίες όπως η μεταφορά προϊόντων και παλετών, η ταξινόμηση δεμάτων, η συλλογή και η συσκευασία. Με την Ελλάδα να εξελίσσεται σε σημαντικό διαμετακομιστικό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε συνδυασμό με τη μεγάλη έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού στα logistics, η πίεση για χρήση ρομποτικών συστημάτων σε περιοχές όπως το Θριάσιο Πεδίο, ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη δημιουργεί αυξανόμενο ενδιαφέρον. Οι αποθήκες αποτελούν ιδανικό περιβάλλον αυτοματοποίησης: επαναλαμβανόμενες διαδρομές, μεγάλος όγκος μετακινήσεων και δυνατότητα μέτρησης του κόστους ανά παλέτα, παραγγελία ή ώρα λειτουργίας. Γι’ αυτό και το ROI ενός AMR μπορεί να υπολογιστεί πολύ ευκολότερα από ό,τι σε πιο σύνθετες εφαρμογές ρομποτικής.
Ξενοδοχεία: ρομπότ πίσω από τη ρεσεψιόν
Ο τουρισμός είναι ίσως η πιο προφανής ελληνική αγορά για τα ρομπότ. Όχι όμως για αυτά που καλωσορίζουν τους επισκέπτες αλλά για ρομπότ που θα δουλεύουν στα μετόπισθεν, όπως: αυτόνομα μηχανήματα καθαρισμού μεγάλων επιφανειών, ρομπότ μεταφοράς λινών και απορριμμάτων, μικρά «delivery robots» για μεταφορά αποσκευών ή αντικειμένων στα δωμάτια (room service) ή μηχανήματα καθαρισμού πισίνας και συντήρησης κήπων και εξωτερικών χώρων. Η λογική είναι απλή: Η ρομποτική τεχνολογία δεν έρχεται να αντικαταστήσει την ελληνική φιλοξενία, αλλά να αποσυμφορήσει το προσωπικό από επίπονες, επαναλαμβανόμενες εργασίες. Έτσι ο άνθρωπος παραμένει στην επαφή με τους πελάτες και οι μηχανές αναλαμβάνουν όσο περισσότερο γίνεται τις εργασίες στο παρασκήνιο.
Βιομηχανία τροφίμων και φαρμάκων: τα «αόρατα» ρομπότ της παραγωγής
Ο τομέας των τροφίμων, των ποτών και των φαρμάκων στην Ελλάδα αποτελεί έναν από τους πιο εξωστρεφείς βιομηχανικούς κλάδους. Οι υψηλές απαιτήσεις ακρίβειας, υγιεινής και παραγωγικότητας καθιστούν τη ρομποτική σημαντικό εργαλείο στις γραμμές παραγωγής. Τυροκομεία, γαλακτοβιομηχανίες, εργοστάσια εμφιαλώσεων, επεξεργασίας φρούτων, κρέατος και ψαριών και πολλοί κλάδοι της φαρμακοβιομηχανίας αποτελούν ένα ακόμη σημαντικό πεδίο εφαρμογής της ρομποτικής και ιδιαίτερα για αυτά που χρησιμοποιούν Τεχνητή Νοημοσύνη για τον έλεγχο ποιότητας (quality inspection).
Στη φαρμακοβιομηχανία, όπου η παραμικρή επιμόλυνση μπορεί να καταστρέψει ολόκληρες παρτίδες, εξειδικευμένα ρομπότ διαχειρίζονται επικίνδυνα ή ευαίσθητα υλικά. Αντίστοιχα, στη μεταποίηση τροφίμων, τα ρομπότ αντέχουν σε αυστηρά πρωτόκολλα απολύμανσης και ακραίες θερμοκρασίες (π.χ. σε ψυγεία και καταψύξεις), προστατεύοντας παράλληλα τους εργαζόμενους από ανθυγιεινές συνθήκες.
Γεωργία: ρομπότ ειδικά σχεδιασμένα για την Ελλάδα
Η Ελληνική γεωργία αποτελεί μια διαφορετική και περισσότερο απαιτητική αγορά για τη ρομποτική. Ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπος εκτός από την έντονη έλλειψη εργατών γης και με την ανάγκη για βιώσιμη διαχείριση πόρων λόγω της κλιματικής κρίσης. Εδώ μπορεί να υπάρχει χώρος όχι μόνο για εισαγωγή τεχνολογίας αλλά και για ανάπτυξη λύσεων ειδικά σχεδιασμένων για τις μεσογειακές καλλιέργειες. Αυτόνομα συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ψεκασμό ακριβείας, απομάκρυνση ζιζανίων, παρακολούθηση καλλιεργειών (monitoring), συγκομιδή, διαλογή και συσκευασία για μεταφορά προϊόντων από το χωράφι.
Το ενδιαφέρον είναι ότι τα ρομπότ που είναι σχεδιασμένα για τις τεράστιες επίπεδες καλλιέργειες στις ΗΠΑ δεν είναι απαραίτητα κατάλληλα για έναν ελληνικό ελαιώνα ή έναν αμπελώνα σε επικλινές και ανώμαλο έδαφος. Η Γεωργία Ακριβείας επιτρέπει σε αυτόνομα ρομπότ εδάφους (rovers) και εξειδικευμένα drones να εκτελούν εργασίες με μείωση της χρήσης χημικών και νερού, που περιορίζει και το κόστος παραγωγής και την οικολογική επιβάρυνση. Ακριβώς αυτή η ανάγκη προσαρμογής στις μεσογειακές καλλιέργειες μπορεί να δημιουργήσει χώρο και για ελληνική τεχνολογία με εξαγωγικές δυνατότητες, αντί η χώρα να περιοριστεί αποκλειστικά στην εισαγωγή έτοιμων συστημάτων.
Φωτοβολταϊκά και ρομποτικά σκυλιά για επιθεώρηση και ασφάλεια
Η ραγδαία εξάπλωση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Ελλάδα δημιουργεί μια νέα παράλληλη αγορά: αυτή της συντήρησής τους. Ένα μεγάλο φωτοβολταϊκό πάρκο χρειάζεται καθαρισμό, έλεγχο και επιτήρηση. Αυτές είναι ακριβώς οι εργασίες στις οποίες τα ρομπότ έχουν πλεονέκτημα. Ένα drone επιβλέπει την εγκατάσταση από ψηλά, ένας ρομποτικός σκύλος την επιθεωρεί από το έδαφος και σταθεροί αισθητήρες παρακολουθούν κρίσιμα σημεία. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα αυτόνομης επιτήρησης της εγκατάστασης.
Τα τετράποδα ρομπότ «ρομποτικά σκυλιά» αποτελούν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αγορά. Το μεγάλο τους πλεονέκτημα σε σχέση με τα τροχήλατα ρομπότ είναι ότι μπορούν να κινηθούν σε σκάλες, ανώμαλο έδαφος και σύνθετα βιομηχανικά περιβάλλοντα. Εξοπλισμένα με θερμικές κάμερες, μικρόφωνα, αισθητήρες αερίων και συμβατικές κάμερες μπορούν να κάνουν προκαθορισμένες περιπολίες σε εργοστάσια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, εργοτάξια, λιμάνια ή μεγάλες τουριστικές μονάδες και να συνδυάσουν τη ρομποτική κίνηση με την Τεχνητή Νοημοσύνη επιτρέποντας την αυτόνομη επιθεώρηση (autonomous inspection). Το business case ενός τετράποδου ρομπότ αρχίζει ουσιαστικά εκεί όπου ένα φθηνότερο τροχήλατο ρομπότ ή ένα δίκτυο σταθερών αισθητήρων δεν αρκεί.
Ναυτιλία: ρομπότ πάνω και κάτω από το νερό
Αν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει παγκόσμιο συγκριτικό πλεονέκτημα, αυτός είναι η ναυτιλία. Και πολλές ναυτιλιακές εργασίες είναι ιδανικές για χρήση ρομποτικών συστημάτων. Υποβρύχια ρομπότ για παράδειγμα μπορούν να κάνουν επιθεώρηση γάστρας (hull inspection). Άλλα συστήματα μπορούν να χρησιμοποιούνται για επιθεώρηση δεξαμενών, εντοπισμό διάβρωσης και έλεγχο χώρων στους οποίους η ανθρώπινη πρόσβαση είναι δύσκολη και επικίνδυνη. Το Ελληνικό κέντρο αριστείας ρομποτικής HERON (Hellenic Robotics Center of Excellence), έχει εντάξει μάλιστα τα marine robotics, μεταξύ των βασικών ερευνητικών του κατευθύνσεων.
Στη ναυτιλία, μάλιστα, το οικονομικό όφελος δεν περιορίζεται μόνο στην εξοικονόμηση εργατικού κόστους. Η δυνατότητα συχνότερων επιθεωρήσεων, ο περιορισμός της ανθρώπινης έκθεσης σε επικίνδυνους χώρους και η ταχύτερη συλλογή δεδομένων για την κατάσταση ενός πλοίου μπορούν να αποτελέσουν σημαντικότερα κίνητρα. Και επειδή η Ελλάδα διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ναυτιλιακών εταιρειών παγκοσμίως, θα μπορούσε να αποτελέσει και πεδίο δοκιμών για λύσεις που στη συνέχεια θα απευθύνονται στη διεθνή αγορά.
Και η επόμενη γραμμή εφαρμογών
Οι ευκαιρίες δεν περιορίζονται στους παραπάνω κλάδους. Μια δεύτερη γραμμή εφαρμογών αρχίζει να διαμορφώνεται σε χώρους όπου υπάρχουν πολλές επαναλαμβανόμενες εργασίες, ανάγκη συνεχούς λειτουργίας ή αυξημένες απαιτήσεις ασφάλειας.
Στα νοσοκομεία για παράδειγμα, αυτόνομα κινητά ρομπότ μπορούν να αναλάβουν εσωτερικές μεταφορές φαρμάκων, γευμάτων, ιματισμού και άλλων υλικών, περιορίζοντας τις διαδρομές που σήμερα εκτελεί το προσωπικό. Η πρώτη μεγάλη εφαρμογή της ρομποτικής στην υγεία μπορεί επομένως να μην είναι ένα «robot nurse», αλλά ένα ρομπότ εσωτερικών logistics.
Στις κατασκευές, drones και επίγεια ρομπότ μπορούν να χρησιμοποιούνται για χαρτογράφηση εργοταξίων, παρακολούθηση της προόδου και επιθεωρήσεις, ενώ σταδιακά μπορούν να αυτοματοποιηθούν και συγκεκριμένες εργασίες μεταφοράς ή επεξεργασίας υλικών.
Τέλος στον επαγγελματικό καθαρισμό, αυτόνομα μηχανήματα μπορούν να καθαρίζουν εμπορικά κέντρα, supermarkets, αεροδρόμια και μεγάλους επαγγελματικούς χώρους. Είναι ίσως η λιγότερο εντυπωσιακή εφαρμογή της ρομποτικής, αλλά διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: η εργασία είναι επαναλαμβανόμενη και το αποτέλεσμα μπορεί να μετρηθεί εύκολα σε ώρες λειτουργίας και τετραγωνικά μέτρα που καθαρίζονται.
Η ελληνική επιχειρηματική ευκαιρία ίσως δεν είναι να κατασκευάζουμε τα ρομπότ
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να δημιουργήσει τον δικό της ανταγωνιστή του Tesla Optimus ή της Boston Dynamics. Μπορεί να δημιουργήσει εταιρείες που εισάγουν τον κατάλληλο ρομποτικό εξοπλισμό, προσθέτουν software και Τεχνητή Νοημοσύνη, το εγκαθιστούν, το συντηρούν και αναλαμβάνουν να παραδώσουν στον πελάτη το αποτέλεσμα. Είναι το μοντέλο «Ρομποτική ως Υπηρεσία (Robotics-as-a-Service – RaaS)».
Έτσι, αντί ένα ξενοδοχείο να αγοράσει ρομπότ καθαρισμού αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ, μπορεί να αγοράσει την υπηρεσία του ρομποτικού καθαρισμού πληρώνοντας μια μηνιαία συνδρομή για αυτόνομο καθαρισμό. Αντί ένα εργοστάσιο να αγοράσει ρομποτικά σκυλιά, μπορεί να αγοράζει την 24ωρη υπηρεσία της αυτόνομης επιθεώρησης (autonomous inspection). Αντί μια αποθήκη να επενδύσει σε ένα στόλο AMRs, μπορεί να πληρώνει ανά ώρα ή ανά μεταφορά και αντί ένας αγρότης να αγοράσει ένα αγροτικό ρομπότ που θα χρησιμοποιεί λίγες εβδομάδες τον χρόνο, μπορεί να πληρώνει μια υπηρεσία ανά στρέμμα ή ανά τόνο συγκομιδής. Το μοντέλο RaaS μετατρέπει τα ρομπότ από κεφαλαιουχική δαπάνη σε υπηρεσία.
Ποιος θα γίνει ο operator των ρομπότ στην Ελλάδα;
Μια ελληνική εταιρεία RaaS θα μπορούσε να χρησιμοποιεί συστήματα διαφορετικών κατασκευαστών και να χτίζει πάνω τους το δικό της επίπεδο software και υπηρεσιών: εγκατάσταση, συνδεσιμότητα, απομακρυσμένη παρακολούθηση, συντήρηση και τεχνική υποστήριξη. Με τον χρόνο, το πραγματικό περιουσιακό στοιχείο μιας τέτοιας εταιρείας δεν θα ήταν τα ίδια τα ρομπότ που ούτως ή άλλως θα εξελίσσονται και θα ανανεώνονται αλλά η λειτουργική πλατφόρμα και η τεχνογνωσία που θα αποκτηθεί σχετικά για το ποιο ρομπότ λειτουργεί καλύτερα σε κάθε εργασία, πόσο πραγματικά κοστίζει ανά ώρα, πόσο συχνά χαλάει, πώς ενσωματώνεται στις διαδικασίες μιας επιχείρησης και πότε η επένδυση αποσβένεται. Αυτό μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει έναν ουσιαστικό φραγμό εισόδου απέναντι σε ανταγωνιστές που περιορίζονται στην εισαγωγή και μεταπώληση ρομπότ.
Κρίσιμο μέγεθος για το μοντέλο είναι η αξιοποίηση του στόλου (utilization). Ένα ακριβό ρομπότ που παραμένει ανενεργό για μεγάλο μέρος του χρόνου επιβαρύνει τα οικονομικά του operator, ενώ όσο περισσότερες παραγωγικές ώρες μπορεί να προσφέρει τόσο βελτιώνεται η απόδοση της επένδυσης. Το μοντέλο, ωστόσο, είναι κεφαλαιουχικά απαιτητικό. Ένας operator που θέλει να δημιουργήσει στόλο εκατοντάδων ρομπότ πρέπει να χρηματοδοτήσει τον εξοπλισμό πριν εισπράξει τις συνδρομές των επόμενων ετών. Η χρηματοδότηση του εξοπλισμού μπορεί έτσι να εξελιχθεί σε ένα εξίσου κρίσιμο κομμάτι της αγοράς με την ίδια την τεχνολογία, ανοίγοντας χώρο για leasing, τραπεζικό δανεισμό ή χρηματοδότηση από τους ίδιους τους κατασκευαστές.
Από το «πόσο κοστίζει το robot» στο «πόσο κοστίζει η δουλειά»
Η μεγάλη αλλαγή που φέρνει η νέα γενιά ρομποτικής είναι τελικά περισσότερο οικονομική παρά τεχνολογική. Μέχρι σήμερα μια επιχείρηση ρωτούσε: «Πόσο κοστίζει αυτό το ρομπότ;» Στα επόμενα χρόνια η ερώτηση θα γίνεται ολοένα και περισσότερο: «Πόσο κοστίζει να εκτελέσω αυτή τη δουλειά με ρομπότ;»
Όταν η απάντηση στη δεύτερη ερώτηση γίνει οικονομικά ελκυστικότερη από τις εναλλακτικές, η υιοθέτηση των ρομπότ μπορεί να επιταχυνθεί. Αν αυτή η μετάβαση επιταχυνθεί, οι πρώτοι μεγάλοι πελάτες των ρομπότ στην Ελλάδα είναι πιθανότερο να βρίσκονται στις αποθήκες του Ασπροπύργου, στα ξενοδοχεία, στα εργοστάσια τροφίμων, στους ελαιώνες, στα φωτοβολταϊκά πάρκα, στα εργοτάξια και στα πλοία. Εκεί όπου τα ρομπότ δεν χρειάζεται να εντυπωσιάζουν αλλά απλώς να βγάζουν τη δουλειά.
